Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων από τις κλινικές δοκιμές για το εμβόλιο της Οξφόρδης/AstraZeneca στα τέλη του 2020 δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απάντησε. Αν και ανακοινώθηκε ότι το εμβόλιο έχει συνολικά αποτελεσματικότητα 70% στην πρόληψη της συμπτωματικής νόσησης από COVID-19, 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της 2ης δόσης, αυτό δεν μας έδωσε την πλήρη εικόνα για το εμβόλιο.

Το παραπάνω ποσοστό προήλθε από τη συγχώνευση των αποτελεσμάτων για δύο διαφορετικές δοσολογίες. Η μία ομάδα εθελοντών στις κλινικές δοκιμές έλαβε δύο πλήρεις δόσεις του εμβολίου. Όπως διαπιστώθηκε, στους εθελοντές αυτής της ομάδας η αποτελεσματικότητα του εμβολίου ήταν 62%. Ωστόσο, σε μία άλλη ομάδα εθελοντών που έλαβαν αρχικά μισή δόση και στη συνέχεια ολόκληρη, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου ήταν 90%.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε σύγχυση. Πώς είναι δυνατόν η χορήγηση μικρότερης ποσότητας του εμβολίου να προκαλεί ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα έγκειται μάλλον στο σχεδιασμό του εμβολίου και ουσιαστικά σημαίνει ότι υπάρχουν προσεγγίσεις που μπορεί να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά του.

Ποιος είναι ο Μηχανισμός που Χρησιμοποιεί το Εμβόλιο της Οξφόρδης/AstraZeneca;

Ο μηχανισμός δράσης όλων των εμβολίων περιλαμβάνει έκθεση του ανοσοποιητικού συστήματος σε ένα παθογόνο ή τμήμα του, το οποίο μπορεί να αναγνωριστεί. Το ανοσοποιητικό σύστημα ακολούθως εκκινεί μία ανοσιακή απόκριση. Δημιουργούνται, έτσι, Β λεμφοκύτταρα τα οποία παράγουν αντισώματα για το παθογόνο αυτό, καθώς και Τ λεμφοκύτταρα τα οποία καταστρέφουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί.

Ακολούθως, ένας αριθμός Β και Τ λεμφοκυττάρων διατηρείται προκειμένου να προσφέρει ανοσιακή μνήμη. Έτσι, σε μία μελλοντική έκθεση στο ίδιο παθογόνο, τα κύτταρα αυτά ενεργοποιούνται άμεσα και παράγουν αντισώματα (Β λεφοκύτταρα) για να καταστρέψουν το παθογόνο, ή καταστρέφουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί (Τ λεμφοκύτταρα).

Ουσιαστικά, ο σκοπός του εμβολιασμού είναι να προσομοιάσει μία λοίμωξη, αλλά με ελεγχόμενο τρόπο έτσι ώστε να αναπτυχθεί ανοσία χωρίς ο ασθενής να νοσήσει. Λίγες εβδομάδες μετά τη χορήγηση ενός εμβολίου, όταν έχουν ήδη αναπτυχθεί Τ και Β λεμφοκύτταρα, ο ασθενής που εμβολιάστηκε θα είναι προστατευμένος. Για ορισμένα εμβόλια, η επίτευξη του παραπάνω στόχου μπορεί να χρειαστεί περισσότερες της μίας δόσεις, καθώς δεν αρκεί μόνο μία για να προκληθεί ανοσία. Η ενισχυτική δόση διασφαλίζει ότι το σύνολο των ασθενών θα αναπτύξουν ανοσία.

Στα εμβόλια της COVID-19 χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι προκειμένου να προκληθεί παραγωγή αντισωμάτων από το ανοσοποιητικό σύστημα. Ορισμένα εμβόλια, όπως για παράδειγμα αυτά των εταιριών Sinopharm και Sinovac από την Κίνα, περιέχουν ζωντανούς εξασθενημένους ιούς SARS-CoV-2. Άλλα εμβόλια, καθοδηγούν την ανοσιακή απόκριση σε ένα πιο συγκεκριμένο στόχο, την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2.

Τα εμβόλια αυτά περιέχουν ένα κομμάτι του γενετικού κώδικα του SARS-CoV-2, το οποίο κωδικοποιεί την πρωτεΐνη ακίδα. Το κομμάτι αυτό εισέρχεται στα κύτταρα του ανθρώπου και προκαλεί παραγωγή της παραπάνω πρωτεΐνης από τα τελευταία. Ορισμένα εμβόλια, όπως αυτά της Pfizer/BioNTech και της Moderna, περιέχουν τη γενετική αυτή πληροφορία σε μορφή mRNA. Άλλα, χρησιμοποιούν ακίνδυνους ιούς, προκειμένου να μεταφέρουν τη γενετική πληροφορία στα κύτταρα του ανθρώπου. Το εμβόλιο της Οξφόρδης, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί έναν αδενοϊό των χιμπατζήδων, τον ChAdOx1, ο οποίος έχει τροποποιηθεί έτσι ώστε να μην μπορεί να πολλαπλασιαστεί.

Πώς Επηρεάζεται η Αποτελεσματικότητα ενός Εμβολίου από την Τεχνολογία που Χρησιμοποιεί;

Ακόμα δεν γνωρίζουμε γιατί η μειωμένη δόση του εμβολίου της Οξφόρδης είχε υψηλότερη αποτελεσματικότητα στις κλινικές δοκιμές, ωστόσο αυτό αποδίδεται πιθανώς στον ιικό φορέα που χρησιμοποιεί.

Όταν ένας ασθενής λαμβάνει ένα εμβόλιο που χρησιμοποιεί ιικό φορέα, το ανοσοποιητικό του σύστημα θα εκκινήσει ανοσιακή απόκριση τόσο για την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2, όσο και για τον ιικό φορέα. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη χορήγηση της δεύτερης δόσης, το ανοσοποιητικό σύστημα θα καταστρέψει άμεσα μία ποσότητα των ιών, καθώς θα έχει αναπτύξει ανοσία σε αυτούς. Το πρόβλημα αυτό δεν παρατηρείται για πρώτη φορά.

Ωστόσο, μία χαμηλότερη πρώτη δόση μπορεί να περιορίσει την ανοσιακή απόκριση για τον ιικό φορέα, επηρεάζοντας έτσι λιγότερο την ενίσχυση της ανοσίας από τη 2η δόση. Αν η θεωρία αυτή επιβεβαιωθεί, τότε θα πρέπει να γίνουν νέα πειράματα για να διαπιστωθεί ποια είναι η ιδανική δοσολογία τόσο για την 1η όσο και για τη 2η δόση.

Το ρωσικό εμβόλιο Sputnik V, γνωρίζοντας το παραπάνω πρόβλημα, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μία διαφορετική προσέγγιση. Ουσιαστικά, στις δύο δόσεις του εμβολίου χρησιμοποιούνται διαφορετικοί ιοί (οι Ad5 και Ad26). Οι παραπάνω ιοί είναι 2 από τους 50 περίπου αδενοϊούς που μπορεί να επηρεάσουν τον άνθρωπο. Η προσέγγιση αυτή μειώνει σημαντικά την πιθανότητα να υπάρχει ανοσία στον ιικό φορέα κατά τη χορήγηση της 2ης δόσης, με αποτέλεσμα το εμβόλιο να έχει συνολικά υψηλότερη αποτελεσματικότητα.

Το Ινστιτούτο Gamaleya, το οποίο ανέπτυξε το εμβόλιο Sputnik V, έχει ανακοινώσει ότι το εμβόλιο έχει 90% αποτελεσματικότητα μετά τη χορήγηση 2 δόσεων (αν και ακόμα δεν έχει δημοσιεύσει πλήρη αποτελέσματα). Βασιζόμενοι στην παραπάνω παρατήρηση, επιστήμονες από την Οξφόρδη και την AstraZeneca αποφάσισαν να συνεργαστούν με τους επιστήμονες από το Ινστιτούτο Gamaleya. Ο στόχος είναι να εξετάσουν αν η χορήγηση της 1ης δόσης του εμβολίου της AstraZeneca και της 2ης δόσης του ρωσικού εμβολίου μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη αποτελεσματικότητα. Σύντομα θα γνωρίζουμε αν η προσέγγιση αυτή είναι προτιμότερη.