Σε μικρό χρονικό διάστημα από την έναρξη της πανδημίας γνωρίζαμε πλέον ότι οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με ορισμένα χρόνια νοσήματα, όπως η υπέρταση και ο διαβήτης, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Μία άλλη ευπαθής ομάδα για τον COVID-19 είναι οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς. Η καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να αποδίδεται σε μία σειρά αίτια, από τον ιό HIV μέχρι τη λήψη ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι αρκετά αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η ρευματοειδής αρθρίτιδα, αποδίδονται στην παθολογική δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Κατά συνέπεια, αρκετοί ασθενείς που πάσχουν από τις παραπάνω νόσους, παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα με σκοπό να περιορίσουν τα συμπτώματά τους. Δημιουργείται έτσι το εύλογο ερώτημα αν και οι ασθενείς που πάσχουν από τα παραπάνω αυτοάνοσα νοσήματα αποτελούν ευπαθή ομάδα για τον COVID-19.

Δύο νέες έρευνες που δημοσιεύτηκαν πριν λίγες ημέρες θέλησαν να δώσουν απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα. Αν και τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών είναι ενθαρρυντικά, αυτά θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μελλοντικές έρευνες.

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος και COVID-19

Η πρώτη έρευνα εξέτασε 226 ασθενείς με λύκο. Συγκρίνοντας τα δεδομένα ανάμεσα στους ασθενείς που νόσησαν από COVID-19 και αυτούς που δεν μολύνθηκαν, διαπιστώθηκε ότι:

  • Σχεδόν το 60% των ασθενών με COVID-19 και λύκο χρειάστηκε να νοσηλευτούν, με το 10% να μπαίνει τελικά στη ΜΕΘ.
  • Το 10% κατέληξε.
  • Οι παράγοντες κινδύνου για τη νοσηλεία ήταν παρόμοιοι με αυτούς που έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς χωρίς ΣΕΛ. Για παράδειγμα, οι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν ήταν κατά πλειοψηφία μη καυκάσιοι, είχαν άλλα χρόνια νοσήματα (νεφρική ανεπάρκεια, πνευμονική νόσο και υπέρταση) ή ήταν παχύσαρκοι.
  • Οι ασθενείς με ΣΕΛ που νοσηλεύτηκαν έκαναν συχνότερα θεραπεία με στεροειδή (54%) συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν χρειάστηκαν νοσηλεία (29%), ωστόσο η διαφορά αυτή δεν ήταν στατιστικώς σημαντική.
  • Οι θεραπείες με άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα που χορηγούνται στον ΣΕΛ (όπως η αζαθειοπρίνη και η μυκοφενολάτη) ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες.

Φλεγμονώδεις Αρθρίτιδες και COVID-19

Η δεύτερη έρευνα εξέτασε 103 ασθενείς με φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (στις οποίες περιλαμβάνονται η ρευματοειδής αρθρίτιδα και τα σχετιζόμενα με αυτή νοσήματα) οι οποίοι είχαν επίσης θετική διάγνωση για COVID-19. Ορισμένοι από αυτούς παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα και νοσηλεύτηκαν, ενώ άλλοι είχαν ηπιότερη συμπτωματολογία και παρέμειναν στο σπίτι. Οι παρατηρήσεις της έρευνας ήταν οι ακόλουθες:

  • Το 26% των εθελοντών νοσηλεύτηκαν.
  • Το 4% κατέληξαν.
  • Οι παράγοντες κινδύνου για τη νοσηλεία ήταν η ηλικία άνω των 65, η υπέρταση και οι πνευμονικές παθήσεις.
  • Οι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν έκαναν συχνότερα θεραπεία με στεροειδή (37%) συγκριτικά με αυτούς που δεν χρειάστηκε να νοσηλευτούν (4%).
  • Οι βιολογικές θεραπείες (όπως η ετανερσέπτη και η ινφλιξιμάμπη) δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Μία κατηγορία φαρμάκων που συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο ήταν οι αναστολείς του JAK (τοφασιτινίμπη), ωστόσο ελάχιστοι ασθενείς έπαιρναν το παραπάνω φάρμακο.

Γιατί θα Πρέπει να Γίνουν και Άλλες Έρευνες

Οι δύο παραπάνω έρευνες εξέτασαν μόνο ασθενείς με COVID-19 και ΣΕΛ ή φλεγμονώεεις αρθρίτιδες. Κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να συγκριθεί η πορεία των ασθενών αυτών με ασθενείς που δεν πάσχουν από τις παραπάνω χρόνιες νόσους. Επιπλέον, από τις έρευνες εξαιρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός ασθενών που ναι μεν είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό, ωστόσο δεν παρουσίασαν συμπτώματα από αυτόν (ασυμπτωματική λοίμωξη). Ακόμη, η διάγνωση του COVID-19 δεν είχε επιβεβαιωθεί σε κάθε περιστατικό που εξετάστηκε. Επομένως, αν και οι έρευνες προσφέρουν αρκετά νέα δεδομένα, οι πραγματικές επιδράσεις του ΣΕΛ και της αρθρίτιδας στη λοίμωξη από COVID-19 θα πρέπει να εξεταστούν πιο λεπτομερώς σε μελλοντικές μελέτες.

Τέλος, η έρευνα του ΣΕΛ είχε σχετικά μικρό μέγεθος, καθώς μόλις 41 ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19. Αν και οι παρατηρήσεις για τις θεραπείες με στεροειδή δεν ήταν στατιστικώς σημαντικές, αυτό ενδέχεται να ανατραπεί σε μεγαλύτερες μελέτες, εφόσον διατηρηθούν τα ίδια ποσοστά.

Συμπεράσματα

Αρκετές χώρες έχουν συμπεριλάβει τους ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα στις ευπαθείς ομάδες για τον COVID-19. Τα σχετικά υψηλά ποσοστά νοσηλειών για COVID-19 στους ασθενείς με ΣΕΛ δείχνουν ότι οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν πιθανώς αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης. Οι συνήθειες παράγοντες κινδύνου (όπως η υπέρταση και η πνευμονική νόσος) συνδέονται επίσης με σοβαρότερη νόσηση στους ασθενείς με ΣΕΛ ή φλεγμονώδεις αρθρίτιδες, ωστόσο η θεραπεία με στεροειδή αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο. Άλλες έρευνες έχουν επίσης καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα.

Το θετικό από τις παραπάνω έρευνες ήταν ότι τα ποσοστά επιβίωσης στους ασθενείς με ΣΕΛ ή φλεγμονώδεις αρθρίτιδες που νοσούν με COVID-19 ήταν σχετικά υψηλά. Επιπλέον, οι βιολογικοί παράγοντες δεν συνδέθηκαν με χειρότερη πρόγνωση στους ασθενείς με αρθρίτιδες, ενώ και άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα δεν φάνηκε να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης στους ασθενείς με ΣΕΛ. Τέλος, τα ποσοστά νοσηλειών για COVID-19 στους ασθενείς με φλεγμονώδεις αρθρίτιδες ήταν παρόμοια με αυτά που παρατηρούνται στο γενικό πληθυσμό.

Οι παραπάνω έρευνες, αν και προσφέρουν σημαντικά δεδομένα δεν μας δίνουν την πλήρη εικόνα. Για παράδειγμα, υπάρχει κάποια δόση στεροειδών που προσφέρει οφέλη στις αντιμετώπιση των χρονίων νόσων χωρίς να αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19; Υπάρχουν φάρμακα (όπως οι βιολογικοί παράγοντες) που μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από τον ιό; Μέχρι να γνωρίζουμε περισσότερα είναι σημαντικό για τους ασθενείς με ΣΕΛ ή φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (ιδιαίτερα αν παίρνουν στεροειδή) να τηρούν με ευλάβεια τα μέτρα πρόληψης του COVID-19.

Βιβλιογραφία: Harvard Health