Στη νέα λίστα με τις 10 μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια υγεία για το 2019 που εξέδωσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, βρίσκεται φέτος και η άρνηση ή αποφυγή των εμβολιασμών. Το πρόβλημα αυτό, γνωστό και ως «διστακτικότητα εμβολιασμού» (vaccine hesitancy) πηγάζει από μία σειρά παραγόντων, όπως η αδιαφορία για τη φροντίδα υγείας, η μειωμένη πρόσβαση στα εμβόλια και η χαμηλή εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα των ίδιων των εμβολίων.

Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα προβλήματα που βρίσκονται στη σχετική λίστα, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, η κλιματική αλλαγή και η αντιμικροβιακή αντοχή, το πρόβλημα αυτό έχει μία εύκολη και αποτελεσματική λύση. Η κύρια δυσκολία, ωστόσο, είναι να πειστούν οι άνθρωποι για τη χρησιμότητα των εμβολίων.

Παρά τα σημαντικά επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι τα εμβόλια είναι τόσο ασφαλή όσο και αποτελεσματικά, τα ποσοστά εμβολιασμών έχουν παρουσιάσει επιπέδωση λίγο πριν φτάσουν στα επιθυμητά επίπεδα. Επίσης, ένας μεγάλος αριθμός ατόμων συνεχίζει να έχει λανθασμένες  και επικίνδυνες αντιλήψεις σχετικά με τα οφέλη του εμβολιασμού.

Το πρόβλημα αυτό αποδίδεται εν μέρει στη δυσπιστία και την αβεβαιότητα που είχε προκληθεί στο παρελθόν από τα μέσα ενημέρωσης κατά την κάλυψη του θέματος για το εμβόλιο MMR και τον αυτισμό. Φαίνεται ότι όταν κάποιος αποκτήσει μία άποψη για ένα θέμα, ανεξαρτήτως της επιστημονικής της ορθότητας, είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει την άποψη αυτή.

Σύμφωνα με τους ειδικούς του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, «οι λόγοι για τη μείωση στα ποσοστά εμβολιασμών είναι ιδιαίτερα σύνθετοι και δεν περιορίζονται στη διστακτικότητα εμβολιασμού. Ορισμένες χώρες που είχαν φτάσει αρκετά κοντά στο στόχο της εξάλειψης ορισμένων νόσων, βιώνουν σήμερα μία επανεφάνισή τους».

Οι συνέπειες του κινήματος των αντιεμβολιαστών είναι πλέον αντιληπτές παγκοσμίως και απειλούν δεκαετίες προόδου για την εξάλειψη νόσων που μπορούν να προληφθούν. Αρκετές από τις νόσους αυτές μπορεί να είναι ακόμα και απειλητικές για τη ζωή.

Από την αρχή του αιώνα, το εμβόλιο της ιλαράς έχει σώσει συνολικά πάνω από 21 εκατομμύρια ζωές, μειώνοντας τα ποσοστά θανάτων από τη νόσο κατά 80% μέσα σε 17 χρόνια. Ωστόσο σήμερα, αν και βρισκόμαστε πλέον τόσο κοντά στον τελικό στόχο, έχουμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε πάλι από αυτόν.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πέρσι, για παράδειγμα, έδειξε ότι η εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα των εμβολίων βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλή επίπεδα. Το 2017, ο αριθμός των περιστατικών ιλαράς παρουσίασε αύξηση κατά 30% παγκοσμίως, παρά το γεγονός ότι η σοβαρή αυτή νόσος μπορεί να προληφθεί εύκολα μέσω δύο δόσεων ενός εμβολίου.

Η επανεμφάνιση της ιλαράς και άλλων νόσων που προλαμβάνονται μέσω του εμβολιασμού αποτελεί μείζον πρόβλημα και η αντιμετώπισή τους θα αποτελέσει έναν από τους κύριους στόχους του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας για το 2019.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θέλει να εξαλείψει τον καρκίνο του τραχήλου παγκοσμίως, αυξάνοντας τα ποσοστά εμβολιασμού για τον HPV. Ένας άλλος στόχος είναι να σταματήσει η εξάπλωση της πολιομυελίτιδας στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν.

«Οι γιατροί, ιδιαίτερα αυτοί που βρίσκονται σε κλειστές κοινότητες, είναι αυτοί που επηρεάζουν περισσότερο τους ασθενείς τους αναφορικά με τον εμβολιασμό, επομένως πρέπει να υποστηριχθούν για να προσφέρουν ακριβείς και αδιάσειστες πληροφορίες σχετικά με τα εμβόλια στους ασθενείς τους», δήλωσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στη σχετική αναφορά του.

Σήμερα, τα εμβόλια προλαμβάνουν σχεδόν 2-3 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, ωστόσο αν αυξηθούν τα ποσοστά εμβολιασμών παγκοσμίως, ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξηθεί κατά σχεδόν 1.5 εκατομμύριο ακόμα.

Βιβλιογραφία: ScienceAlert