Μετά την COVID-19 λοίμωξη πού αποθηκεύονται τα κύτταρα της ανοσιακής μνήμης που μπορούν να μας προστατεύσουν από μελλοντικές λοιμώξεις με τον ιό;

Αν και οι περισσότερες έρευνες που εξετάζουν την ανοσιακή απόκριση στον SARS-CoV-2 χρησιμοποιούν δείγματα αίματος, μία νέα έρευνα δείχνει ότι η ανοσιακή μνήμη εντοπίζεται κυρίως στα Β και τα Τ λεμφοκύτταρα του πνεύμονα και των λεμφαδένων.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Immunology.

Οι παρατηρήσεις της παραπάνω έρευνας έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε καλύτερα εμβόλια ή πιο αποτελεσματικές ενισχυτικές δόσεις.

Οι επιστήμονες της μελέτης παρατήρησαν ότι τόσο στους πνεύμονες όσο και στους σχετιζόμενους με αυτούς λεμφαδένες υπάρχουν βλαστικά κέντρα, δηλαδή περιοχές όπου δημιουργούνται συνεχώς Β λεμφοκύτταρα μνήμης και Β λεμφοκύτταρα που παράγουν αντισώματα. Μάλιστα, τα κέντρα αυτά ήταν ανιχνεύσιμα μέχρι και για 6 μήνες μετά τη λοίμωξη με τον ιό, ακόμα και σε ηλικιωμένους ασθενείς. Οι επιστήμονες κατάφεραν να ανιχνεύσουν επίσης ειδικά για τον SARS-CoV-2 βλαστικά κέντρα για Β λεμφοκύτταρα και TFH λεμφοκύτταρα στους λεμφαδένες. Τα TFH λεμφοκύτταρα είναι αυτά που επάγουν τη διαφοροποίηση των Β λεμφοκυττάρων.

Αυτή είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει ότι τα κέντρα αυτά μπορούν να παραμείνουν για αρκετό καιρό μετά την αποδρομή της COVID-19 λοίμωξης. Η παρουσία των βλαστικών κέντρων είναι ιδιαίτερα θετική, καθώς πρακτικά διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη ανοσία και τη συνεχιζόμενη ωρίμανση της ανοσιακής απόκρισης.

Ακόμα και οι Ηλικιωμένοι έχουν Ισχυρή Ανοσιακή Μνήμη

Η πανδημία της COVID-19 είναι μία μοναδική ευκαιρία για τους ανοσολόγους καθώς τους επιτρέπει να διαπιστώσουν πως ανταποκρίνονται οι ηλικιωμένοι σε νέα παθογόνα.

Η παρούσα μελέτη εξέτασε ιστούς από 4 ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 (ηλικίες 11-74), οι οποίοι ωστόσο κατέληξαν αργότερα από άλλα αίτια. Όλοι οι ασθενείς κατέληξαν το 2020 πριν την κυκλοφορία των εμβολίων και οι ιστοί τους συγκρίθηκαν με αυτούς μίας ομάδας ελέγχου που δεν είχε μολυνθεί με τον ιό.

Οι επιστήμονες της έρευνας χρησιμοποίησαν ένα ειδικό εργαλείο που αναπτύχθηκε την περασμένη δεκαετία, το οποίο τους επιτρέπει να εξετάσουν απευθείας ιστούς από δότες και όχι δείγματα αίματος.

Μετά την ηλικία των 40 ετών, το ανοσοποιητικό σύστημα δεν παράγει μεγάλες ποσότητες νέων Τ λεμφοκυττάρων που μπορούν να δημιουργήσουν μνήμη για νέα παθογόνα. Τα άτομα νεαρής ηλικίας, αντιθέτως, έχουν υψηλά επίπεδα των παραπάνω λεμφοκυττάρων καθώς στην παιδική ηλικία ο οργανισμός εκτίθεται συνεχώς σε νέα αντιγόνα. Στις μεγαλύτερες ηλικίες σπάνια συναντάμε νέα παθογόνα, επομένως η παραγωγή των Τ λεμφοκυττάρων είναι περιορισμένη.

Ωστόσο, η νέα έρευνα έδειξε ότι ακόμα και στην τρίτη ηλικία, είναι δυνατό να προκληθεί ισχυρή ανοσιακή απόκριση σε ένα νέο παθογόνο. Κατά συνέπεια, από την παραπάνω παρατήρηση προκύπτει ότι τα εμβόλια της COVID-19 προκαλούν ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση στους ηλικιωμένους συγκριτικά με άλλα παθογόνα.

«Γνωρίζουμε ότι η δράση του ανοσοποιητικού συστήματος φθίνει με την ηλικία. Ωστόσο, από τις παρατηρήσεις μας φαίνεται ότι τμήματα του ανοσοποιητικού συστήματος παραμένουν εξίσου αποτελεσματικά ακόμα και στους ασθενείς άνω των 70 ετών», αναφέρουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους.

Τι Σημαίνουν οι Παρατηρήσεις της Έρευνας για τα Εμβόλια

Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την ανάπτυξη εμβολίων καθώς δείχνουν ότι τα μελλοντικά εμβόλια θα πρέπει να προκαλούν παρόμοιες τοπικές αντιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα με αυτές που παρατηρούνται μετά τη φυσική λοίμωξη.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι προκειμένου να βελτιωθεί η ανοσία στον ιό, τα εμβόλια θα πρέπει να στοχεύουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που βρίσκονται στον πνεύμονα, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί ίσως με ενδορρινικά εμβόλια. Σε προηγούμενες μελέτες μας με πειραματόζωα είχαμε δείξει ότι για τη γρίπη είναι απαραίτητο να υπάρχουν Τ λεμφοκύτταρα μνήμης στον πνεύμονα προκειμένου να διασφαλίσουμε τη μέγιστη ανοσία. Πιθανώς το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο», καταλήγει η μελέτη.

Οι επιστήμονες αυτή τη στιγμή εξετάζουν δείγματα από ασθενείς που εμβολιάστηκαν προκειμένου να διαπιστώσουν αν τα εμβόλια δημιουργούν παρόμοια ανοσία με αυτή που προκαλεί η φυσική λοίμωξη.

Φωτογραφία: NIAID