Μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ένα νέο εμβόλιο για τα χλαμύδια βρίσκεται πλέον στο 1ο στάδιο των κλινικών δοκιμών. Προς το παρόν, το εμβόλιο φαίνεται ότι είναι ασφαλές και καλώς ανεκτό από τους εθελοντές, ενώ είναι ικανό να προκαλέσει ισχυρή ανοσιακή απόκριση.

Αν και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προσδίδει επαρκή προστασία από τα χλαμύδια, σύμφωνα με τους ερευνητές, τα παραπάνω σημεία είναι ιδιαίτερα θετικά και πολλά υποσχόμενα για το μέλλον.

«Αν λάβουμε υπόψη μας τις σοβαρές συνέπειες μίας λοίμωξης από χλαμύδια στην αναπαραγωγική υγεία των γυναικών, την υγεία των βρεφών μέσω της κάθετης μετάδοσης, αλλά και τον αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη ανάγκη υπάρχει για ένα εμβόλιο», δήλωσε ο ανοσολόγος Πίτερ Άντερσεν από το Statens Serum Institut στη Δανία.

Η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να αναπτύξει ένα εμβόλιο για τα χλαμύδια χωρίς επιτυχία. Οι πρώτες προσπάθειες για την παρασκευή ενός εμβολίου ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960. Οι επιστήμονες της εποχής προσπάθησαν να αναπτύξουν το εμβόλιο χρησιμοποιώντας το βακτήριο που προκαλεί τη νόσο, το Chlamydia trachomatis.

Οι έρευνες αυτές δυστυχώς δεν ήταν επιτυχείς, καθώς αρκετοί ασθενείς έγιναν περισσότερο ευάλωτοι στη νόσο μετά την χορήγηση του εμβολίου. Αδυνατώντας να εξηγήσουν τα αίτια του παραπάνω φαινομένου, οι επιστήμονες εγκατέλειψαν τη στρατηγική αυτή μέχρι προσφάτως.

Σήμερα, τα χλαμύδια αποτελούν πλέον τη συχνότερη βακτηριακή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη παγκοσμίως ενώ είναι ένα από τα συχνότερα αίτια υπογονιμότητας στις γυναίκες, παρά τις αντιβιοτικές θεραπείες και τα προγράμματα προληπτικού ελέγχου.

Την τελευταία δεκαετία, καθώς ο αριθμός των λοιμώξεων συνεχίζει να αυξάνεται, η έρευνα σχετικά με την ανάπτυξη ενός εμβολίου για τα χλαμύδια παρουσιάζει εκ νέου άνθηση, με δεκάδες νέες έρευνες να δημοσιεύονται κάθε χρόνο.

Από το σύνολο των ερευνών αυτών, μόνο ένα εμβόλιο έχει καταφέρει να φτάσει στο στάδιο το κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους. Μετά τις επιτυχείς δοκιμές σε πειραματόζωα, οι ερευνητές από το Imperial College του Λονδίνου και το Statens Serum Institut στη Δανία ξεκίνσαν μία τυχαιοποιημένη μελέτη σε 32 υγιείς γυναίκες ηλικίας 19-45 ετών.

Οι γυναίκες χωρίστηκαν σε 3 ομάδες. Η πρώτη ομάδα έλαβε ένα εμβόλιο placebo σε 3 δόσεις και συγκεκριμένα στους 0,1 και 4 μήνες. Αντίστοιχα, η δεύτερη και η τρίτη ομάδα έλαβαν εμβόλια για τα χλαμύδια που περιείχαν είτε λιποσώματα (CTH522:CAF01) είτε υδροξείδιο του αλουμινίου (CTH522:AH).

Τα σκευάσματα αυτά είχαν εξεταστεί στο παρελθόν με επιτυχία σε πειραματόζωα. Στους 4.5 και 5 μήνες, οι εθελοντές έλαβαν ενισχυτικές δόσεις του εμβολίου σε μορφή ρινικού σπρέι, έχοντας λάβει τελικά 5 δόσεις συνολικά.

Αν και ο αριθμός των εθελοντών ήταν σχετικά μικρός, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτό το στάδιο της έρευνας, τα αποτελέσματα είναι αρκετά ενθαρρυντικά. Οι κλινικές δοκιμές φάσης 1 έχουν συνήθως ως σκοπό να εξετάσουν την ασφάλεια του εμβολίου και, στη συγκεκριμένη μελέτη, δεν παρουσιάστηκε καμία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια. Ανοίγει επομένως ο δρόμος για μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές.

Ο έλεγχος της ανοσιακής απόκρισης ήταν ένας από τους δευτερεύοντες στόχους της κλινικής δοκιμής, ωστόσο τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Στις γυναίκες που έπαιρναν το εμβόλιο παρατηρήθηκε ισχυρή ανοσιακή απόκριση η οποία ενισχύθηκε με κάθε επόμενη δόση. Οι γυναίκες που έπαιρναν placebo δεν παρουσίασαν ανοσιακή απόκριση.

Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι το εμβόλιο με τα λιποσώματα μπορούσε να αυξήσει καλύτερα το επίπεδο των αντισωμάτων στον ορό, προκαλώντας σχεδόν 5.6 φορές μεγαλύτερη απόκριση μετά την ενδομυϊκή έγχυση. Επιπλέον, τα λιποσώματα προκάλεσαν ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση στο βλεννογόνο, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για μία νόσο που βρίσκεται στα κύτταρα των βλεννογόνων.

Ο αριθμός των ανοσοσφαιρινών που παρήχθησαν μετά τη χορήγηση του εμβολίου είναι συγκρίσιμος με αυτόν που παράγεται από άλλα εμβόλια που κυκλοφορούν σήμερα, όπως αυτό για την ηπατίτιδα Β.

Παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν θετικά, προς το παρόν αποτελούν απλά ένδειξη ότι το εμβόλιο προσφέρει προστασία και δεν αποτελούν απόδειξη ότι οι ασθενείς είναι προστατευμένοι από μία λοίμωξη.

«Έρευνες για τα αντισώματα στα ποντίκια έχουν παρατηρήσει ότι τα αντισώματα του κόλπου αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας για μία λοίμωξη από χλαμύδια, γεγονός που τα καθιστά καλό μέτρο για την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου», εξήγησε η Ελέν Ζουέλ, μία επιστήμονας που συμμετείχε στη μελέτη.

Επομένως, αν τα αντισώματα μπορούν να στοχεύσουν τα βακτήρια πριν εισέλθουν στο αναπαραγωγικό σύστημα, θα μπορούν πιθανώς να ανακόψουν την πορεία της λοίμωξης, προλαμβάνοντας τα μελλοντικά προβλήματα υπογονιμότητας.

Σίγουρα θα χρειαστούν ακόμα αρκετά χρόνια ερευνών μέχρι να μπορεί να κυκλοφορήσει το εμβόλιο στην αγορά, ωστόσο τα πρώτα αποτελέσματα είναι πολύ ενθαρρυντικά. Οι ερευνητές δήλωσαν ότι σκοπεύουν να ξεκινήσουν σύντομα την κλινική δοκιμή φάσης 2, η οποία θα εξετάσει την αποτελεσματικότητα του εμβολίου.

Ο στόχος είναι κάποια μέρα να μπορούμε να συνδυάσουμε το εμβόλιο του HPV με ένα εμβόλιο για τα χλαμύδια, προστατεύοντας έτσι τις νεαρές γυναίκες από δύο σοβαρά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο The Lancet Infectious Diseases.