Η προστασία από το εμβόλιο της γρίπης στους ενήλικες μειώνεται κατά 8-9% κάθε μήνα με το ποσοστό αυτό να είναι υψηλότερο στους ηλικιωμένους, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Infectious Diseases πριν από λίγες ημέρες. Κατά συνέπεια, η χορήγηση του εμβολίου 1 ή ακόμα και 2 μήνες αργότερα, μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του κατά 10-20%, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της μελέτης.

Εξετάζοντας τη σύνδεση ανάμεσα στο χρόνο χορήγησης του εμβολίου και τον κίνδυνο νοσηλείας σε 5500 ενήλικες εθελοντές, η έρευνα κατέληξε σε παρόμοια αποτελέσματα με αυτά που είχαν διαπιστώσει προηγούμενες μελέτες.

Για παράδειγμα, η πρώτη έρευνα που εξέτασε την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου για τη γρίπη με εξασθενημένους ιούς το 1943, παρατήρησε ότι τα αντισώματα για τη γρίπη μειώθηκαν κατά περίπου 30% μέσα σε 4-5 μήνες από τη χορήγηση του εμβολίου.

Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες στις περισσότερες χώρες, το εμβόλιο της γρίπης θα πρέπει να χορηγείται σε όλα τα άτομα ηλικίας άνω των 6 μηνών, ιδανικά τις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου.

Ωστόσο, τα δεδομένα της παρούσας μελέτης μπορεί να μας βοηθήσουν να προσδιορίσουμε ένα καλύτερο χρόνο χορήγησης, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Οι εθελοντές που εξετάστηκαν στη μελέτη είχαν λάβει μέρος στο US Hospitalized Adult Influenza Vaccine Effectiveness Network (HAIVEN). Καθένας από αυτούς είχε νοσηλευτεί για οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού κάποια στιγμή στο διάστημα από το 2015 μέχρι το 2019.

Οι ασθενείς που είχαν αρνητικές εξετάσεις για τη γρίπη κατά τη νοσηλεία τους αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Προκειμένου ένας ασθενής να θεωρηθεί εμβολιασμένος θα έπρεπε να έχει κάνει τουλάχιστον μία δόση του εμβολίου της γρίπης τουλάχιστον 14 ημέρες πριν νοσήσει.

Συνολικά καταγράφηκαν 3.016 περιστατικά νοσηλείας (μέση ηλικία 60) με το στέλεχος Η3Ν2 (γρίπη Α), 1.492 με το στέλεχος Η1Ν1 (γρίπη Α) και 1060 με το στέλεχος Yamagata (γρίπη Β).

Από το σύνολο των εθελοντών, το 34% είχε εμβολιαστεί πριν το τέλος Σεπτεμβρίου, το 77% πριν το τέλος Οκτωβρίου, το 92% πριν το τέλος Νοεμβρίου και το 97% πριν το τέλος Δεκεμβρίου.

Οι επιστήμονες έκαναν προσαρμογή στα αποτελέσματα για την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, καθώς και μία σειρά παράγοντες που συνδέονται με τη γενικότερη υγεία. Όπως διαπίστωσαν, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου είχε μειωθεί κατά 7.5-8.5% για κάθε 30 ημέρες που είχαν περάσει από το εμβόλιο, ανάλογα με το είδος του ιού της γρίπης.

Η μείωση της αποτελεσματικότητας ήταν μάλιστα μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών με ποσοστό 10.8% μηνιαίως.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η καθυστέρηση στη χορήγηση του εμβολίου κατά 1-2 μήνες μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του κατά 10-20%. Εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα των εμβολίων και η εποχή της γρίπης δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, ιδανικά τα εμβόλια θα πρέπει ίσως να χορηγηθούν μετά τον Οκτώβριο, υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Η προσέγγιση αυτή μπορεί να σώσει αρκετές ζωές, όπως πρόσθεσαν, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι κάθε χρόνο εκατομμύρια άτομα νοσούν από τον ιό.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της έρευνας ήταν ότι επικεντρώθηκε αρκετά σε ασθενείς άνω των 65 ετών, οι οποίοι αποτελούν ευπαθή ομάδα για τον ιό. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι πιθανώς η χορήγηση μίας 2ης δόσης του εμβολίου της γρίπης 3-4 μήνες μετά τη χορήγηση της 1ης, ενδεχομένως θα προσφέρει οφέλη στους ασθενείς.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης, γνωρίζουμε σήμερα ότι στα περισσότερα εμβόλια η ανοσία δεν διαρκεί εφ’ όρου ζωής. Στην COVID-19, για παράδειγμα, γνωρίζουμε πλέον ότι χρειάζονται ενισχυτικές δόσεις, επομένως ίσως θα πρέπει να χορηγούμε περισσότερες δόσεις και για τη γρίπη.

Καταλήγοντας, οι συγγραφείς τόνισαν ότι η αύξηση της χρηματοδότησης στην έρευνα των εμβολίων λόγω της πανδημίας, θα ωφελήσει και τις έρευνες για άλλα εμβόλια, όπως για παράδειγμα αυτό της γρίπης.