Πριν από 40 χρόνια, στις 5 Ιουνίου του 1981, το CDC των ΗΠΑ ανέφερε το περιστατικό ενός ομοφυλόφιλου άνδρα που διαγνώστηκε με PCP (Pneumocystis carinii pneumonia) στο Λος Άντζελες. Η παραπάνω πνευμονία παρατηρείται συνήθως σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Ο παραπάνω ασθενής αποτελεί το 1ο επίσημο περιστατικό HIV που καταγράφεται παγκοσμίως, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή μίας παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης που συνεχίζεται ακόμα μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με δεδομένα από το UNAIDS, σήμερα σχεδόν 34.7 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως έχουν χάσει τη ζωή τους εξ’ αιτίας του ιού HIV και τις σχετιζόμενες με αυτόν λοιμώξεις.

Αρκετοί πιστεύουν σήμερα, ότι το AIDS αποτελεί μία νόσο που λίγο-πολύ έχει περιοριστεί και αφορά ελάχιστα άτομα παγκοσμίως. Αυτό, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με το CDC των ΗΠΑ, σήμερα πάνω από 1.2 εκατομμύρια στις ΗΠΑ ζουν με AIDS.

Η πρόοδος της ιατρικής στην αντιμετώπιση της νόσου έχει οδηγήσει σε ορισμένες αποτελεσματικές αντιρετροϊκές θεραπείες, γεγονός που σημαίνει ότι η διάγνωση του AIDS δεν αποτελεί πλέον θανατική καταδίκη για τους ασθενείς. Οι θεραπείες αυτές μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τα επίπεδα του ιού με αποτέλεσμα οι φορείς να μην μπορούν να τον μεταδώσουν σε άλλα άτομα.

Επιπλέον, η PrEP, ένα αντιρετροϊκό φάρμακο που χορηγείται προληπτικά, μπορεί να αποτρέψει τους ασθενείς από τη μόλυνση με τον ιό.

Όλα τα παραπάνω, σίγουρα έχουν βοηθήσει στον περιορισμό της κρίσης του HIV, ωστόσο αυτή διατηρείται ακόμα και σήμερα και συνεχίζεται παράλληλα με την πανδημία της COVID-19.

Τι Έχουμε Επιτύχει

Αν και έχουμε σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία 40 χρόνια, δεν βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή κοντά στην οριστική νίκη ενάντια στο AIDS.

Στα πρώτα περιστατικά ασθενών, γνωρίζαμε ελάχιστα σχετικά με τον ιό HIV, επομένως οι γιατροί προσέφεραν κυρίως παρηγορική θεραπεία στους ασθενείς. Όταν ένας ασθενής είχε θετική διάγνωση για τον ιό, οι γιατροί προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα της νόσου στο νοσοκομείο, συνιστώντας επίσης ψυχολογική υποστήριξη από ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Στη δεκαετία του ’80, το AIDS ήταν μία ανίατη νόσος η διάγνωση της οποίας συνοδευόταν από στιγματισμό.

Η πρώτη αντιρετροϊκή θεραπεία που δοκιμάστηκε στη θεραπεία του AIDS ήταν το AZT (αζιδοθυμιδίνη). Το φάρμακο αυτό αναπτύχθηκε σε μόλις 6 χρόνια, ωστόσο είχε τα οφέλη που προσέφερε ήταν περιορισμένα και είχαν μικρή διάρκεια, η κλινική δοκιμή που εξέτασε την αποτελεσματικότητά του είχε αρκετές ατέλειες, ενώ αρκετοί ασθενείς που το είχαν λάβει παρουσίασαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν και άλλα φάρμακα, τα οποία κατάφεραν να περιορίσουν τα συμπτώματα της νόσου σε μεγάλο βαθμό, χωρίς ωστόσο να επιτύχουν την οριστική ίαση των ασθενών.

Ενώ στο παρελθόν, μετά τη διάγνωση της νόσου, οι ασθενείς συζητούσαν με τον γιατρό τους πόσα χρόνια ζωής τους απομένουν, σήμερα γνωρίζουν πλέον ότι μπορούν να ζήσουν σχεδόν φυσιολογική ζωή, εφόσον λάβουν την κατάλληλη αγωγή.

Συχνά, οι συζητήσεις σχετικά με το AIDS και τον ιό HIV περιορίζονται στις χώρες του Δυτικού Κόσμου, ωστόσο η νόσος αποτελεί σοβαρότερο πρόβλημα στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες δεν έχουν πρόσβαση στα ακριβά φάρμακα που χορηγούνται στους ασθενείς. Το γεγονός αυτό καθιστά επιτακτική ανάγκη την ανακάλυψη μίας οριστικής θεραπείας για τον ιό.

Το σημαντικότερο εμπόδιο στην επίτευξη του παραπάνω στόχου είναι η απομάκρυνση του ιού από το DNA του ανθρώπου. Όταν ο ιός HIV μολύνει ένα κύτταρο, ενσωματώνεται στο DNA του ανθρώπου και δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα πως μπορούμε να αναστρέψουμε την παραπάνω διαδικασία.

Σήμερα, έχει αναφερθεί μόλις 1 περιστατικό ολικής ίασης από τον HIV σε έναν ασθενή με λευχαιμία ο οποίος χρειάστηκε μεταμόσχευση μυελού των οστών. Προφανώς, οι θεραπείες αυτού του είδους δεν είναι δυνατό να χορηγηθούν μαζικά σε ασθενείς.

Αντιμετωπίζοντας τις Φυλετικές και Οικονομικές Ανισότητες

Ο φυλετικός ρατσισμός βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης του HIV τη δεκαετία του 1980. Αυτό συνέβη γιατί τα πρώτα περιστατικά του ιού εντοπίστηκαν ως επί το πλείστον σε ομοφυλόφιλους καυκάσιους άνδρες.

Ωστόσο, στην πραγματικότητα από την αρχή της κρίσης, ο ιός ήταν εξίσου συχνός (αν όχι πιο συχνός) σε άτομα Αφρικανικής καταγωγής. Αρκετοί επιστήμονες υποστηρίζουν μάλιστα ότι η κρίση του HIV και η πανδημία της COVID-19 έχουν αρκετά κοινά σημεία, αναφορικά με το θέμα των φυλετικών διακρίσεων.

Συγκεκριμένα, και οι δύο παραπάνω ιοί έχουν επηρεάσει περισσότερο ασθενείς της Αφρικανικής φυλής, χωρίς ωστόσο το πρόβλημα αυτό να αναδειχθεί όσο θα έπρεπε.

Για παράδειγμα, στις χώρες του Δυτικού κόσμου χορηγούνται αυτή τη στιγμή εκατομμύρια εμβόλια, ενώ οι περισσότερες Αφρικανικές χώρες δεν έχουν καν πρόσβαση σε κάποιο εμβόλιο.

Αντίστοιχα, η PrEP του HIV χορηγείται κυρίως σε άτομα της καυκάσιας φυλής που ζουν στις ανεπτυγμένες χώρες του Δυτικού κόσμου.

Έχουμε τα Εργαλεία για την Οριστική Αντιμετώπιση της Επιδημίας του HIV

Σήμερα, η πρόοδος της ιατρικής στην αντιμετώπιση του HIV συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό. Η πανδημία της COVID-19 έχει βοηθήσει μάλιστα, σε κάποιο βαθμό, καθώς τα εμβόλια mRNA τα οποία αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην πρόληψη της λοίμωξης από τον SARS-CoV-2 προσφέρουν νέες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του AIDS.

Ήδη η Moderna, η εταιρία που ανέπτυξε το ένα από τα δύο εμβόλια mRNA που κυκλοφορούν σήμερα, έχει ξεκινήσει κλινικές δοκιμές προκειμένου να εξετάσει ένα εμβόλιο για τον HIV.

Αν ο παραπάνω στόχος τελικά επιτευχθεί, τότε θα έχουμε πλέον μία αποτελεσματική μέθοδο πρόληψης για έναν από τους ιούς που μαστίζει την ανθρωπότητα εδώ και περισσότερο από 4 δεκαετίες.

Είναι προφανές, πάντως, ότι η εξάλειψη του HIV θα χρειαστεί μία συντονισμένη παγκόσμια προσπάθεια.