Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για τους υγειονομικούς, καθώς και ορισμένα άλλα επαγγέλματα έχει αποτελέσει αντικείμενο εντόνων αντιπαραθέσεων τις τελευταίες εβδομάδες. Καθώς όλο και περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν τα δεδομένα για να αποφασίσουν την εφαρμογή του παραπάνω μέτρου, δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν θέσει ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειές του.

Το κυριότερο από τα παραπάνω ερωτήματα είναι αν η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς είναι προφανές ότι όποιος αποφασίσει να μην εμβολιαστεί, δεν θα μπορεί να εργαστεί. Στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή γίνονται ήδη συζητήσεις προκειμένου ο εμβολιασμός για την COVID-19 να γίνει υποχρεωτικός για όλους τους εργαζομένους του δημοσίου, επομένως καταλαβαίνουμε ότι η υποχρεωτικότητα του εμβολίου ενδεχομένως δεν θα περιοριστεί στους επαγγελματίες υγείας.

Η χώρα μας ήταν μία από τις πρώτες που κατέστησαν το εμβόλιο υποχρεωτικό για τους εργαζομένους στον τομέα της υγείας, με αποτέλεσμα αρκετοί από αυτούς να βγουν σε αναστολή εργασίας.

Είναι σημαντικό να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η ευρεία εφαρμογή ενός μέτρου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι αυτό δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προκειμένου να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να εξετάσουμε αντίστοιχα μέτρα και συγκεκριμένα ποια είναι η ετυμηγορία του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων γι’ αυτά.

Το δικαστήριο του Στρασβούργου εξέδωσε μία ανακοίνωση πριν λίγες ημέρες ενημερώνοντας το κοινό ότι δεν θα λάβει μέτρα προκειμένου να σταματήσει το πρόγραμμα του εμβολιασμού στην Ελλάδα, το οποίο καθιστά υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για τους υγειονομικούς.

30 γιατροί, νοσηλευτές και άλλοι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα είχαν υποβάλει μία αίτηση στο παραπάνω δικαστήριο με την οποία ζητούσαν να ληφθούν μέτρα άμεσα προκειμένου να αρθεί η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για την COVID-19 στη χώρα μας. Συνήθως, το δικαστήριο του Στρασβούργου υποστηρίζει εγκρίνει αντίστοιχες προτάσεις όταν οι αιτούντες μπορούν να αποδείξουν ότι αντιμετωπίζουν κίνδυνο μη αναστρέψιμης βλάβης. Αν η αίτηση εγκριθεί, τότε το δικαστήριο έχει τη δύναμη να διατάξει τις εκάστοτε κυβερνήσεις να σταματήσουν την εφαρμογή του μέτρου μέχρι να λυθεί το παραπάνω πρόβλημα.

Η ανακοίνωση του δικαστηρίου δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμα το σκεπτικό της απόφασης που έλαβε για την Ελλάδα, γεγονός που μπορεί να μεταφραστεί με 2 τρόπους. Συγκεκριμένα, είτε το δικαστήριο έκρινε ότι η χορήγηση του εμβολίου δεν προκαλεί μη αναστρέψιμες σωματικές βλάβες, είτε αποφάσισε ότι οι συνέπειες από την άρνηση του εμβολιασμού δεν είναι μη αναστρέψιμες. Σε κάθε περίπτωση αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι το Ευρωπαϊκό δικαστήριο δεν θα αποτρέψει την εφαρμογή αντίστοιχων μέτρων και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Θα πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η υπόθεση των 30 της Ελλάδας δεν έχει ακόμα τελεσιδικήσει στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο, επομένως δεν αποκλείεται να διαπιστωθεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο μέλλον.

Η παραπάνω υπόθεση δεν είναι η πρώτη αγωγή σχετική με τον εμβολιασμό που εξετάζεται από το δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ευρώπης. Τον Απρίλιο του 2021, το δικαστήριο έβγαλε την τελική του απόφαση για την υπόθεση Vavřička και Άλλοι Εναντίον Τσεχίας. Η υπόθεση αυτή είχε ξεκινήσει πριν την πανδημία της COVID-19 και είχε ως κύριο σημείο το νόμο της Τσεχίας σχετικά με τους εμβολιασμούς στα παιδιά, ωστόσο η ετυμηγορία αυτή της δίκης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για αντίστοιχες υποθέσεις.

Στην Τσεχία, τα παιδιά πρέπει να εμβολιαστούν υποχρεωτικά για διάφορες νόσους. Αν οι γονείς δεν συμμορφωθούν με αυτό το νόμο, τότε θα πρέπει να πληρώσουν συγκεκριμένα πρόστιμα, ενώ το παιδί τους δεν μπορεί να πάει στο σχολείο.

Αν και το Ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναγνώρισε ότι το παραπάνω μέτρο παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, τελικά αποφάνθηκε ότι υπάρχει επιστημονική βάση για το νόμο αυτό και επομένως θα πρέπει να συνεχιστεί η εφαρμογή του. Πρακτικά, η κυβέρνηση της Τσεχίας κατάφερε να αποδείξει στο δικαστήριο ότι το μέτρο αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία.

Προφανώς, η παραπάνω απόφαση δεν σημαίνει ότι από δω και στο εξής υπάρχει δεδικασμένο και επομένως κάθε εμβολιασμός μπορεί να γίνει υποχρεωτικός χωρίς προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση τα δεδομένα θα πρέπει να εξετάζονται ξανά προκειμένου να βγει τελική απόφαση.

Δεν Υπάρχει Απλή Απάντηση

Όπως συμβαίνει και με κάθε περίπτωση που εξετάζεται από το δικαστήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κι εδώ δεν υπάρχει προφανής απάντηση. Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού μπορεί ίσως να θεωρηθεί παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, το οποίο περιλαμβάνεται τόσο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ωστόσο, το γεγονός ότι αποτελεί παραβίαση δεν την καθιστά αυτομάτως παράνομη. Η νομική βάση της υποχρεωτικότητας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες.

Ο όρος «υποχρεωτικό» μπορεί να περιγράψει αρκετές πολύ διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις, από τη χορήγηση του εμβολίου σε έναν ασθενή που είναι δεμένος στο κρεβάτι (κάτι που προφανώς δεν πρόκειται να εφαρμοστεί σε καμία χώρα) μέχρι την επιβολή προστίμων σε όσους αρνούνται τον εμβολιασμό για την COVID-19. Αν και η πρώτη περίπτωση χωρίς αμφιβολία αποτελεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άλλες μη βίαιες μορφές υποχρεωτικότητας κατά πάσα πιθανότητα δεν αποτελούν παραβίαση.

Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα είναι αν προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για την COVID-19 για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, αν κάποιος μπορεί να παρουσιάσει ένα σοβαρό ιατρικό λόγο που δεν του επιτρέπει να εμβολιαστεί, προφανώς θα πρέπει να εξαιρείται από τον εμβολιασμό χωρίς επιπτώσεις. Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για την COVID-19, εφόσον είναι καθολική χωρίς εξαιρέσεις, τότε σίγουρα θα μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι κυβερνήσεις που θα αποφασίσουν την υπορεωτικότητα θα πρέπει να ενημερώσουν το κοινό αν υπάρχουν εξαιρέσεις καθώς και ποιος φορέας θα αποφασίσει αν κάποιος μπορεί να εξαιρεθεί.

Οι επιπτώσεις από την άρνηση του εμβολιασμού είναι ένας ακόμα παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Τα πολύ υψηλά πρόστιμα ή άλλες πιο ακραίες επιπτώσεις, όπως η φυλάκιση, προφανώς δεν μπορεί να είναι αποδεκτά σε καμία περίπτωση. Ωστόσο, η αναστολή της εργασίας ενός επαγγελματία υγείας είναι ίσως αποδεκτή, εφόσον η κυβέρνηση που επιβάλλει την υποχρεωτικότητα μπορεί να αποδείξει ότι αυτό γίνεται για να προστατευθούν οι ασθενείς.

Το θέμα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού είναι αρκετά δύσκολο, καθώς οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εξετάσουν διάφορες μεταβλητές, αρκετές από τις οποίες εμπίπτουν στα ανθρώπινα δικαιώματα, και να πετύχουν μία ισορροπία σε αυτές.

Από τη μία μεριά βρίσκονται οι ανησυχίες των επαγγελματιών υγείας που δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν, ενώ από την άλλη ο κίνδυνος για τους ασθενείς που μπορεί να μολυνθούν από έναν ανεμβολίαστο γιατρό.

Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποδείξουν ότι υπάρχει κίνδυνος για τους ασθενείς. Αν το επιτύχουν αυτό, τότε το δικαίωμα της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας για τους ασθενείς έχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής στους γιατρούς και επομένως μπορεί να δικαιολογήσει την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για την COVID-19. Αν η υποχρεωτικότητα επεκταθεί και σε άλλους κλάδος εκτός των υγειονομικών τότε οι κυβερνήσεις θα πρέπει και πάλι να αποδείξουν πως δικαιολογείται η απόφασή τους σε αυτές τις ομάδες.