Το μικροβίωμα της ρινός και του φάρυγγα συνδέεται άμεσα με τη σοβαρότητα της νόσησης ή τον κίνδυνο θανάτου από COVID-19, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας μελέτης. Τα μικρόβια που βρίσκονται στις περιοχές αυτές αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού ενάντια στους ιούς, τα βακτήρια και τα υπόλοιπα παθογόνα που εισέρχονται στον οργανισμό μέσω αυτής της οδού.

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες εξέτασαν το ρινικό μικροβίωμα 27 εθελοντών ηλικίας 49-78 ετών που είχαν αρνητικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2, 30 εθελοντών που είχαν θετικές εξετάσεις αλλά δεν παρουσίασαν συμπτώματα και 27 εθελοντών που είχαν θετικές εξετάσεις με μέτρια συμπτώματα αλλά δεν χρειάστηκαν νοσηλεία.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Diagnostics.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως έχουν μολυνθεί με τον SARS-CoV-2, ωστόσο ένα σημαντικό ποσοστό από αυτούς δεν παρουσίασε συμπτώματα από τον ιό. Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, ένας από τους παράγοντες που μπορεί να εξηγήσει το παραπάνω φαινόμενο είναι το ρινικό μικροβίωμα.

Από τις αναλύσεις του μικροβιώματος που έκαναν, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς που παρουσίασαν συμπτώματα από την COVID-19 είχαν πολύ περιορισμένο πληθυσμό μικροβίων στο ρινοφάρυγγα, ενώ αυτοί που παρουσίασαν τα σοβαρότερα συμπτώματα δεν είχαν καν ανιχνεύσιμα μικρόβια.

Οι ασθενείς που είχαν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 και παρέμειναν ασυμπτωματικοί σε όλη τη διάρκεια της λοίμωξης είχαν επαρκή επίπεδα μικροβίων στο ρινοφάρυγγα, όπως αναφέρει η μελέτη.

«Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν οι ασθενείς αυτοί είχαν χαμηλά επίπεδα μικροβίων πριν τη μόλυνση με τον SARS-CoV-2 ή αν ο ιός περιόρισε τα επίπεδά τους», αναφέρουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους, αν και πιστεύουν ότι ισχύει μάλλον το δεύτερο.

Από τα αποτελέσματα της μελέτης διαπιστώθηκαν και διαφορές στη σύνθεση του μικροβιώματος ανάμεσα στις παραπάνω τρεις ομάδες, αν και αυτή η παρατήρηση δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτή τη φάση καθώς δεν γνωρίζουμε πλήρως τη λειτουργικότητα κάθε μικροβίου, όπως εξήγησαν οι επιστήμονες.

Σήμερα είναι πλέον γνωστό ότι ο ιός SARS-CoV-2 μεταδίδεται όταν κάποιος βήχει, φτερνίζεται ή ομιλεί. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, ο φορέας του ιού απελευθερώνει αερομεταφερόμενα σωματίδια τα οποία τελικά μπορεί να καταλήξουν στη ρίνα ή το στόμα ενός άλλου ατόμου.

Οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με χρόνιες παθήσεις όπως η υπέρταση και ο διαβήτης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας και θανάτου από τη λοίμωξη, επομένως οι επιστήμονες αποφάσισαν να εξετάσουν το μικροβίωμα ασθενών που ανήκουν στις παραπάνω ομάδες.

Το βλεννογόνο του ρινοφάρυγγα αποτελεί ουσιαστικά ένα φυσικό φραγμό για τα παθογόνα και διευκολύνει τη δράση των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που βρίσκονται στην περιοχή, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες. Ο μηχανισμός αυτός παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη των λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος.

Τα κύτταρα του ρινοφάρυγγα φέρουν επίσης υποδοχείς ACE2, στους οποίους προσδένεται η πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης, η μείωση στα επίπεδα ορισμένων μικροβίων του ρινοφάρυγγα επηρέασε αρνητικά την ανοσιακή απόκριση στον SARS-CoV-2.

Από την ανάλυση του μικροβιώματος διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς που παρουσίασαν συμπτώματα από τον SARS-CoV-2 είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα δύο βακτηριακών ειδών τα οποία βρίσκονται τυπικά στο δέρμα και συνδέονται με την ακμή. Αντιθέτως, τα επίπεδα ορισμένων άλλων βακτηρίων ήταν σημαντικά μειωμένα.

Τόσο οι ασυμπτωματικοί όσο και οι συμπτωματικοί ασθενείς με COVID-19 είχαν υψηλά επίπεδα βακτηρίων του είδους Cyanobacteria, το οποίο γνωρίζουμε σήμερα ότι μπορεί να επηρεάσει την ανοσιακή απόκριση. Τα βακτήρια αυτά εισέρχονται συνήθως στον οργανισμό δια μέσου της ρινός και μπορούν να προκαλέσουν πνευμονία ή ηπατικές βλάβες. Όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, οι συμπτωματικοί ασθενείς είχαν σχεδόν διπλάσια επίπεδα των παραπάνω βακτηρίων σε σχέση με τους ασυμπτωματικούς φορείς.

Αναφορικά με τα είδη των βακτηρίων δεν υπήρχαν μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε συμπτωματικούς και ασυμπτωματικούς. Ωστόσο, υπήρχαν σημαντικές διαφορές στα επίπεδα του κάθε βακτηρίου ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Αν και η σύνδεση ανάμεσα στο μικροβίωμα του ρινοφάρυγγα και τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι η σύνδεση αυτή είναι ιδιαίτερα ισχυρή.

Η μελέτη έγινε πριν την εμφάνιση των νέων στελεχών του SARS-CoV-2, ωστόσο οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι οι παρατηρήσεις τους αφορούν και τα νεότερα στελέχη του ιού.

Σε κάθε περίπτωση υποστήριξαν ότι θα πρέπει να γίνουν και νέες, μεγαλύτερες μελέτες με περισσότερους εθελοντές οι οποίες θα επιβεβαιώσουν τις παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης. Η ίδια επιστημονική ομάδα έχει ήδη ξεκινήσει μία νέα έρευνα.

Ιδανικά, το ρινοφαρυγγικό δείγμα που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της λοίμωξης θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να εξεταστεί το ρινικό μικροβίωμα του κάθε ασθενούς.

Προσφάτως έχουν δημοσιευτεί και άλλες μελέτες που έδειξαν ότι το μικροβίωμα της ρινός μπορεί να επηρεάσει τη συμπτωματολογία αρκετών λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος. Ειδικά για τους ρινοϊούς, μία πρόσφατη μελέτη παρατήρησε ότι το ρινικό μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει το ιικό φορτίο, την ανοσιακή απόκριση αλλά και τα συμπτώματα των ασθενών. Οι ρινοϊοί ενοχοποιούνται για το 10-40% των περιστατικών κοινού κρυολογήματος.

Καταλήγοντας, οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι η αυξημένη ποικιλομορφία του μικροβιώματος είναι ωφέλιμη για την υγεία και μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες.