Η πολλαπλή σκλήρυνση είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα που επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα. Σήμερα περίπου 1 στους 300 ανθρώπους πάσχει από τη νόσο στο γενικό πληθυσμό.

Αρκετοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι η πολλαπλή σκλήρυνση αποτελεί φλεγμονώδες νόσημα. Η νόσος επηρεάζει τη μυελίνη, δηλαδή τη λιπώδη επικάλυψη των νευρικών κυττάρων.

Στους ασθενείς που πάσχουν από πολλαπλή σκλήρυνση, τα Β λεμφοκύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος στοχεύουν την επικάλυψη της μυελίνης. Σήμερα, ωστόσο, δεν γνωρίζουμε ακόμα σε ποιους παράγοντες αποδίδεται το παραπάνω φαινόμενο. Η σταδιακή φθορά της μυελίνης οδηγεί σε περιορισμό της μετάδοσης των νευρικών σημάτων διαμέσου των νευρώνων. Ως αποτέλεσμα, οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση παρουσιάζουν συμπτώματα όπως μούδιασμα, τρόμο, αίσθημα κόπωσης και διπλωπία.

Μία νέα κατηγορία φαρμάκων γι’ αυτή την ένδειξη, τα αντι-CD20 μονοκλωνικά αντισώματα, έχουν ανακουφίσει αρκετούς ασθενείς από τα συμπτώματα της πολλαπλής σκλήρυνσης. Τα φάρμακα αυτά στοχεύουν τα Β λεμοφοκύτταρα, περιορίζοντας την ικανότητα των τελευταίων να στοχεύουν την επικάλυψη της μυελίνης, γεγονός που επιβραδύνει ή ανακόπτει εντελώς την πορεία της νόσου.

Ωστόσο, καθώς τα φάρμακα περιορίζουν συνολικά τη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος, οι ασθενείς που τα λαμβάνουν θεωρούνται ανοσοκατεσταλμένοι.

Πόσο Αποτελεσματικά είναι τα Εμβόλια στους Ανοσοκατεσταλμένους;

Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και περιλαμβάνει αρκετούς διαφορετικούς κυτταρικούς τύπους. Μία πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine εξέτασε αν το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση που λαμβάνουν αντι-CD20 ανταποκρίνεται επαρκώς στα εμβόλια mRNA της COVID-19 (Pfizer και Moderna).

Όπως γνωρίζουμε, τα εμβόλια προκαλούν ανοσιακή απόκριση η οποία εντοπίζεται κυρίως στα Β και τα Τ λεμφοκύτταρα. Καθώς αρκετοί ασθενείς εξαρτώνται από τις κυτταρικές θεραπείες που στοχεύουν τα Β λεμφοκύτταρα για να περιορίσουν την πορεία της νόσου, δεν γνωρίζαμε μέχρι σήμερα αν τα εμβόλια της COVID-19 μπορούν να δημιουργήσουν επαρκή ανοσία στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση.

Προκειμένου να απαντήσουν το παραπάνω ερώτημα, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης επικεντρώθηκαν στην απόκριση της κυτταρικής ανοσίας, καθώς και την απόκριση αντισωμάτων. Όπως διαπίστωσαν, ακόμα και στους ασθενείς με χαμηλά επίπεδα αντισωμάτων (παράγονται από τα Β λεμφοκύτταρα), υπήρχε ισχυρή απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν ακόμα και ισχυρότερη από αυτή των ασθενών που δεν παίρνουν αντι-CD20.

Κατά συνέπεια, οι επιστήμονες κατέληξαν ότι η απόκριση στα εμβόλια της COVID-19 σε αυτούς τους ασθενείς, αν και δεν είναι ιδανική, είναι σίγουρα επαρκής.

Αν και η έρευνα είχε σχετικά μικρό μέγεθος (20 ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση), αυτή τη στιγμή έχει ήδη ξεκινήσει μία μεγαλύτερη μελέτη με 600 εθελοντές η οποία θα μπορέσει να απαντήσει καλύτερα αν τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση.

Προηγούμενα δεδομένα που δημοσιεύτηκαν τους τελευταίους μήνες είχαν δείξει ότι στους ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν ανοσοθεραπεία, η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων από τα εμβόλια της COVID-19 είναι ισχυρή και μπορεί να προστατεύσει τους ασθενείς από τη σοβαρή νόσηση.

Αν και οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση γενικά παράγουν χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων για τον ιό συγκριτικά με αυτούς που δεν παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων που παρουσίασαν ήταν αρκετά ισχυρή. Το γεγονός αυτό πρακτικά δείχνει ότι ο εμβολιασμός μπορεί να προστατεύσει και αυτούς τους ασθενείς από την COVID-19.

Η Θέση του National Multiple Sclerosis Society

Το National Multiple Sclerosis Society των ΗΠΑ τοποθετήθηκε για τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης, υποστηρίζοντας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς προσφέρει σαφείς κατευθύνσεις για τις μελλοντικές μελέτες.

«Κάθε μέρα αναπτύσσονται όλο και περισσότερες θεραπείες για την πολλαπλή σκλήρυνση. Για ορισμένες μορφές πολλαπλής σκλήρυνσης υπάρχουν ήδη εξαιρετικές θεραπείες, ωστόσο υπάρχουν κάποια είδη της νόσου που δεν μπορούμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε».

Ο λόγος που δεν έχουμε ακόμα θεραπείες για τις παραπάνω μορφές πολλαπλής σκλήρυνσης είναι το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε ακόμα αρκετά σχετικά με την παθολογία που οδηγεί στην εμφάνισή της.

«Η παρούσα μελέτη προσφέρει σημαντικά δεδομένα που θα μας βοηθήσουν να αναπτύξουμε καλύτερες θεραπείες στο μέλλον», καταλήγει η ανακοίνωση του National Multiple Sclerosis Society των ΗΠΑ.