Μετά την έγκριση τις ενισχυτικής δόσης για το εμβόλιο COVID-19 της Pfizer (Comirnaty) από το FDA των ΗΠΑ, δεν είναι λίγοι αυτοί που αναρωτιούνται αν μπορούν να κάνουν ενισχυτική δόση με το παραπάνω εμβόλιο ενώ είχαν κάνει τις 2 πρώτες δόσεις με το εμβόλιο της Moderna (Spikevax).

Η ενισχυτική δόση της Moderna δεν έχει εγκριθεί ακόμα από το FDA, επομένως όσοι επιθυμούν να κάνουν ενισχυτική δόση, θα πρέπει να κάνουν αναγκαστικά το εμβόλιο της Pfizer.

Αν και αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα ερευνών που να επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα της παραπάνω προσέγγισης, αρκετοί ασθενείς έχουν ήδη κάνει την ενισχυτική δόση στις ΗΠΑ.

Σήμερα, καθώς δημοσιεύονται συνεχώς δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων, δεν είναι λίγοι αυτοί που ενώ έκαναν το εμβόλιο της Pfizer στις δύο πρώτες δόσεις, επιθυμούν να κάνουν το εμβόλιο της Moderna στην ενισχυτική ή το αντίστροφο.

Συγκεκριμένα, μετά τη δημοσίευση αρκετών δεδομένων που έδειξαν ότι το εμβόλιο της Moderna έχει υψηλότερη αποτελεσματικότητα ενάντια στο στέλεχος Δέλτα (σε σχέση με αυτό της Pfizer), αρκετοί εξέφρασαν την επιθυμία να κάνουν το εμβόλιο της εταιρίας αυτής στην ενισχυτική δόση.

Αντίστοιχα, ορισμένα άτομα που είχαν κάνει το εμβόλιο της Moderna στις 2 πρώτες δόσεις, επιθυμούν να κάνουν το εμβόλιο της Pfizer στην ενισχυτική δόση, καθώς πιστεύουν ότι η μικρότερη ποσότητα mRNA που περιέχει (30mcg στις δόσεις του εμβολίου της Pfizer, 100mcg στις 2 αρχικές δόσεις της Moderna, 50mcg στην ενισχυτική) θα προκαλέσει ηπιότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Στη συνάντηση του ACIP (επιτροπή για ζητήματα εμβολιασμού στο FDA) την περασμένη Τετάρτη, αρκετά μέλη τάχθηκαν υπέρ της χορήγησης διαφορετικού εμβολίου στην ενισχυτική δόση. Ο Wilbur Chen, MD, από το Πανεπιστήμιο του Maryland, μάλιστα, υποστήριξε ότι η απόφαση για το εμβόλιο που θα χορηγείται στην ενισχυτική δόση δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από το εμβόλιο που έκανε ο ασθενής στις 2 πρώτες.

Η επικεφαλής του ACIP, Grace Lee, MD, από το Πανεπιστήμιο του Stanford, τόνισε ότι τελικά οι οδηγίες για τα εμβόλια της COVID-19 θα πρέπει να μην αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα, αλλά δραστικές ουσίες, όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα άλλα εμβόλια.

Πράγματι, στις επίσημες οδηγίες που εξέδωσε το FDA για τη χορήγηση ενισχυτικών δόσεων στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς υποστηρίζει ότι αν γνωρίζουμε ποιο εμβόλιο έκανε ο ασθενής στις 2 πρώτες δόσεις, τότε θα πρέπει να κάνουμε τρίτη δόση με το ίδιο εμβόλιο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο ασθενής μπορεί να κάνει οποιοδήποτε εμβόλιο mRNA.

Στη συνάντηση του ACIP, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα έχουμε περισσότερα δεδομένα αργότερα το φθινόπωρο. Το NIH έχει ξεκινήσει επίσης μία κλινική δοκιμή όπου εξετάζει συνδυασμούς των διαθέσιμων εμβολίων, η οποία ωστόσο ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί.

Κατά συνέπεια, θα γνωρίζουμε περισσότερα στο άμεσο μέλλον.

Τι Ισχύει για Όσους έκαναν το Εμβόλιο της AstraZeneca ή της Johnson & Johnson;

Ένα άλλο ερώτημα που ακόμα δεν έχει απαντηθεί είναι τι θα γίνει με τους ασθενείς που δεν είχαν κάνει mRNA εμβόλια στις 2 πρώτες δόσεις. Η Johnson & Johnson δημοσίευσε δεδομένα πριν λίγες ημέρες που έδειξαν ότι η ενισχυτική δόση του εμβολίου που αναπτύσσει η εταιρία έχει υψηλή αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι οι ασθενείς που προτιμούν να κάνουν ενισχυτική δόση με κάποιο από τα mRNA εμβόλια.

Αρκετοί επιστήμονες, πριν ακόμα αρχίσει η χορήγηση ενισχυτικών δόσεων, είχαν υποστηρίξει ότι όσοι έκαναν το εμβόλιο της Johnson & Johnson θα πρέπει να κάνουν άμεσα και δεύτερη δόση με κάποιο από τα mRNA εμβόλια προκειμένου να έχουν επαρκή προστασία. Το επιχείρημα είναι ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου της Johnson & Johnson είναι περίπου 66%, ενώ τα εμβόλια mRNA έχουν πάνω από 90% αποτελεσματικότητα. Κατά συνέπεια, ένας ασθενής που έκανε το εμβόλιο της Johnson & Johnson θα έχει σημαντικά οφέλη από μία δόση των mRNA εμβολίων.

Σήμερα, δεν γνωρίζουμε ακόμα ποια είναι τα επίπεδα της ανοσίας σε όσους έκαναν μία δόση με το εμβόλιο της Johnson & Johnson και μία δόση με κάποιο mRNA εμβόλιο, αν και αρκετοί στις ΗΠΑ έχουν ακολουθήσει την προσέγγιση αυτή. Αντιθέτως, για το εμβόλιο της AstraZeneca, το οποίο χρησιμοποιεί τον ίδιο μηχανισμό με αυτό της Johnson & Johnson (αδενοϊό φορέα), έχουν γίνει μελέτες αυτού του είδους.

Συγκεκριμένα, μία έρευνα από την Ισπανία (CombiVacs) και μία έρευνα από την Αγγλία (Com-COV), καθώς και άλλες μικρότερες μελέτες, έδειξαν ότι υπάρχει ισχυρή ανοσιακή απόκριση σε όσους έλαβαν μία δόση του εμβολίου της AstraZeneca και μία δόση των mRNA εμβολίων.

Συγκεκριμένα, οι ασθενείς αυτοί έχουν υψηλότερα επίπεδα εξουδετερωτικών αντισωμάτων και άρα καλύτερη ανοσία σε σχέση με αυτούς που έλαβαν δύο δόσεις του εμβολίου της AstraZeneca.

Οι επιστήμονες των παραπάνω ερευνών τονίζουν, ωστόσο, ότι στις έρευνές τους είχαν εξετάσει μόνο την απόκριση αντισωμάτων, επομένως δεν γνωρίζουν αν η ισχυρότερη απόκριση μεταφράζεται και σε μειωμένο κίνδυνο λοίμωξης, νοσηλείας ή θανάτου από τον ιό.

Σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης, μετά τη δημοσίευση των δεδομένων σχετικά με τον κίνδυνο θρόμβωσης με θρομβοκυτταροπενία από το εμβόλιο της AstraZeneca, άλλαξαν οι οδηγίες και όσοι είχαν κάνει AstraZeneca στην πρώτη δόση έκαναν mRNA εμβόλια στη δεύτερη (συνήθως Pfizer). Η καγκελάριος της Γερμανίας, Άγκελα Μέρκελ, για παράδειγμα, είχε κάνει 1η δόση με το εμβόλιο της AstraZeneca και έκανε 2η δόση με το εμβόλιο της Moderna.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι ανεξαρτήτως του εμβολίου που κάναμε στις πρώτες δύο δόσεις (ή μία αν κάναμε το μονοδοσικό εμβόλιο της Johnson & Johnson), στην ενισχυτική δόση θα κάνουμε το mRNA εμβόλιο της Pfizer ή της Moderna.