Έχοντας ξεπεράσει αρκετά εμπόδια, μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που εξετάζει θεραπείες για την COVID-19 ξεκινά και πάλι. Η μελέτη Solidarity, η οποία συντονίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), θα επικεντρωθεί σε 3 φάρμακα τα οποία χορηγούνται στους ασθενείς που νοσηλεύονται με COVID-19. Τα φάρμακα αυτά είναι η ιματινίμπη, ένα αντικαρκινικό φάρμακο, η ινφλιξιμάμπη, ένα φάρμακο που χορηγείται για την αντιμετώπιση των αυτοάνοσων νοσημάτων και η αρτεσουνάτη, ένα ανθελονοσιακό φάρμακο.

Η μελέτη διεξάγεται στη Φινλανδία, καθώς στη χώρα αυτή και τα 3 παραπάνω φάρμακα έχουν εγκριθεί και κυκλοφορούν για τη θεραπεία άλλων παθήσεων. Ακολούθως αναμένεται να ενταχθούν στη μελέτη SolidarityPlus και άλλες 40 χώρες, στις οποίες πρέπει να δοθεί έγκριση για την έναρξη της κλινικής δοκιμής.

Η μελέτη Solidarity ξεκίνησε το Μάρτιο του 2020 και είχε ως στόχο να εξετάσει διαφορετικά φάρμακα σε αρκετές χώρες ταυτοχρόνως. Μέχρι το τέλος του έτους κατάφερε να δείξει ότι 4 φάρμακα που είχαν διαφημιστεί αρκετά στην αρχή της πανδημίας, τελικά δεν ήταν όσο αποτελεσματικά όσο θα περιμέναμε. Παρά την επιτυχία του πρώτου σταδίου της μελέτης, οι επιστήμονες αντιμετώπισαν δυσκολίες για τη συνέχισή της λόγω μίας σειράς εμποδίων από φαρμακευτικές εταιρίες ή ελεγκτικούς μηχανισμούς. Ωστόσο, έχοντας ξεπεράσει τα παραπάνω προβλήματα, η μελέτη Solidarity ξεκινά και πάλι και, όπως προαναφέρθηκε αυτή τη φορά θα εξετάσει 3 ακόμα φάρμακα.

Αν και η ανάπτυξη εμβολίων για την COVID-19 ήταν μία προσπάθεια που απέδωσε καρπούς, σήμερα έχουμε μόλις 2 φάρμακα που μπορούν να μειώσουν τη θνησιμότητα στους ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19. Τον Ιούνιο του 2020, η μελέτη Recovery στη Μεγάλη Βρετανία διαπίστωσε ότι η δεξαμεθαζόνη, ένα φτηνό στεροειδές φάρμακο, μπορεί να μειώσει τα ποσοστά θανάτου στους νοσηλευόμενους ασθενείς κατά 1/3. Το Φεβρουάριο του 2021, επιστήμονες της ίδιας μελέτης διαπίστωσαν ότι η τοκιλιζουμάμπη, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που αποκλείει τον υποδοχέα της ιντερλευκίνης-6 έχει παρόμοια αποτελεσματικότητα. Και τα δύο παραπάνω φάρμακα πρακτικά περιορίζουν την εκτεταμένη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος στους ασθενείς που νοσούν σοβαρά.

Τα νέα φάρμακα που θα εξεταστούν στη μελέτη Solidarity στοχεύουν επίσης το ανοσοποιητικό σύστημα και όχι τον ίδιο τον ιό. Όπως εξηγούν οι επιστήμονες της μελέτης, οι ασθενείς που νοσηλεύονται και παρουσιάζουν ήδη σοβαρά συμπτώματα από τον ιό, δεν μπορούν να ωφεληθούν από τα αντιιικά φάρμακα. Για παράδειγμα, τα μονοκλωνικά αντισώματα για τον SARS-CoV-2 έχουν υψηλή αποτελεσματικότητα όταν χορηγούνται πριν την εμφάνιση σοβαρών συμπτωμάτων. Ωστόσο, στους ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα, τα φάρμακα που περιορίζουν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη.

Η ιματινίμπη, ένα φάρμακο που χορηγείται από του στόματος για την αντιμετώπιση της λευχαιμίας ή άλλων μορφών καρκίνου, μπορεί να προστατεύσει τα επιθηλιακά κύτταρα στις κυψελίδες, το σημείο δηλαδή που γίνεται η ανταλλαγή του οξυγόνου από τους πνεύμονες στο αίμα. Μία ελεγχόμενη με placebo μελέτη που εξέτασε 400 νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19 στην Ολλανδία, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο, έδειξε ότι οι ασθενείς που έπαιρναν το φάρμακο διασωληνώθηκαν για λιγότερες ημέρες και είχαν μειωμένο κίνδυνο θανάτου. Αν και τα παραπάνω οφέλη δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά, τα δεδομένα ήταν αρκετά ενθαρρυντικά με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν νέες μεγαλύτερες έρευνες, μεταξύ των οποίων και η REMAP-CAP, μία διεθνής μελέτη που εξετάζει επίσης το παραπάνω φάρμακο.

Η ινφλιξιμάμπη είναι ένα αντίσωμα που αποκλείει τον παράγοντα νέκρωσης όγκων άλφα (tnf-α), ένα σημαντικό σηματοδοτικό μόριο στο ανοσοποιητικό σύστημα. Το φάρμακο αυτό χρησιμοποιείται σήμερα στη θεραπεία αυτοάνοσων νοσημάτων όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου. Ορισμένα δεδομένα από μεγάλες έρευνες παρατήρησης έχουν δείξει ότι το φάρμακο μπορεί να προστατεύσει και από την COVID-19.

Η αρτεσουνάτη, ένα παράγωγο της αρτεμισινίνης το οποίο καταστρέφει τα παράσιτα της ελονοσίας, έχει δείξει επίσης θετικά δείγματα στην αντιμετώπιση του SARS-CoV-2 στο εργαστήριο. Ωστόσο, ο λόγος που θα εξεταστεί στη μελέτη Solidarity είναι άλλος. Έχει παρατηρηθεί σήμερα ότι το φάρμακο μπορεί να περιορίσει τα επίπεδα της φλεγμονής και να μειώσει τον αριθμό των σημάτων που προσελκύουν ανοσιακά κύτταρα στους ιστούς. Το γεγονός αυτό μπορεί να αμβλύνει την ανοσιακή απόκριση που προκαλεί βλάβες στους πνεύμονες στους ασθενείς με σοβαρή COVID-19.

Η επανέναρξη της μελέτης Solidarity είναι κάτι που θα έπρεπε να έχει ήδη γίνει εδώ και καιρό. Το Οκτώβριο του 2020, τα αποτελέσματα της μελέτης για 11.000 ασθενείς από 400 νοσοκομεία απέδειξαν ότι 4 θεραπείες δεν προσφέρουν οφέλη στους ασθενείς με σοβαρή COVID-19. Οι θεραπείες αυτές ήταν ο συνδυασμός λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, η υδροξυχλωροκίνη, η ιντερφερόνη-β και η ρεμδεσιβίρη. Το κομμάτι της έρευνας που εξέταζε τη ρεμδεσιβίρη συνεχίστηκε για λίγες εβδομάδες ακόμα, ωστόσο τελικά σταμάτησε στα τέλη Ιανουαρίου καθώς επιβεβαιώθηκε ότι ούτε αυτό το φάρμακο προσφέρει οφέλη.

Η ανεξάρτητη επιτροπή ειδικών που επιλέγει ποια φάρμακα θα εξεταστούν στη Solidarity αποφάσισε άμεσα ποια θα είναι τα 3 επόμενα φάρμακα που θα δοκιμαστούν, ωστόσο η έναρξη της μελέτης καθυστέρησε, καθώς έπρεπε να γίνουν διαπραγματεύσεις με τις παρασκευάστριες εταιρίες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η τιμή τους θα παραμείνει χαμηλή αν αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικά.