Τα αποτελέσματα μίας νέας, μεγάλης τυχαιοποιημένης μελέτης αποδεικνύουν πλέον πέραν αμφιβολίας ότι η χρήση μάσκας μπορεί να περιορίσει την εξάπλωση του SARS-CoV-2. Οι έρευνες αυτού του είδους μάς προσφέρουν τα ισχυρότερα δεδομένα, με τα οποία δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παραπάνω παρέμβασης στην πρόληψη του ιού.

Εδώ και σχεδόν 1,5 χρόνο, η επιστημονική κοινότητα αναφέρεται τακτικά στη χρησιμότητα της μάσκας στον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού. Ωστόσο, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ποια είναι πραγματική αποτελεσματικότητα του παραπάνω μέτρου στον πραγματικό κόσμο, καθώς αρκετοί άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν μάσκες, ενώ ακόμα και όταν χρησιμοποιούν, δεν είναι πάντοτε καλής ποιότητας.

Παράλληλα, οι έρευνες παρατήρησης, οι οποίες συγκρίνουν απλά τα ποσοστά χρήσης μάσκας με τον αριθμό των περιστατικών σε μία περιοχή, συχνά δεν καταλήγουν σε σαφή αποτελέσματα.

Αντιθέτως, οι τυχαιοποιημένες μελέτες, στις οποίες οι εθελοντές χωρίζονται τυχαία σε 2 ομάδες εκ των οποίων η μία εφαρμόζει μία προσέγγιση ενώ η άλλη όχι, αποτελούν την καλύτερη μορφή έρευνας που έχουμε σήμερα. Ωστόσο, οι παραπάνω μελέτες έχουν αρκετές προκλήσεις και η διεξαγωγή τους είναι σχετικά δύσκολη, ιδιαίτερα για παρεμβάσεις όπως η χρήση μάσκας.

Στη νέα μελέτη, επιστήμονες από το Bangladesh και τις ΗΠΑ εξέτασαν την αποτελεσματικότητα της μάσκας σε 600 χωρία του Bangladesh. Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 342.000 ενήλικες, αποτελεί τη μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη μελέτη για τη χρήση μάσκας μέχρι σήμερα.

Προς το παρόν έχει αναρτηθεί ως προδημοσίευση, ενώ αυτή τη στιγμή περνάει από τη διαδικασία του peer-review προκειμένου να δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Science.

Στη μελέτη, η οποία διεξήχθη από το Νοέμβριο του 2020 μέχρι τον Απρίλιο του 2021, περίπου 178.000 εθελοντές χρησιμοποίησαν μάσκα, ενώ 164.000 δεν εφάρμοσαν το παραπάνω μέτρο. Όλοι οι εθελοντές στην ομάδα της μάσκας έλαβαν δωρεάν μάσκες, ενώ παρακολούθησαν και ενημερώσεις σχετικά με τη σημαντικότητα εφαρμογής του παραπάνω μέτρου. Επιπλέον, κάθε εθελοντής λάμβανε σχετικές οδηγίες για τη χρήση μάσκας κάθε 8 εβδομάδες.

Οι εθελοντές της ομάδας ελέγχου δεν έλαβαν αντίστοιχες οδηγίες ούτε πήραν δωρεάν μάσκες. Η επιστημονική ομάδα τοποθέτησε ακολούθως αντιπροσώπους στα χωρία οι οποίοι παρακολουθούσαν ποιοι εθελοντές φορούσαν σωστά τις μάσκες σε διάφορους χώρους συναθροίσεων.

Στις 5 και 9 εβδομάδες μετά την αρχή της έρευνας οι επιστήμονες εξέτασαν τους εθελοντές για συμπτώματα COVID-19. Στις 10 και 12 εβδομάδες έλαβαν δείγματα αίματος από τους εθελοντές που είχαν συμπτώματα και τα εξέτασαν για αντισώματα του SARS-CoV-2.

Στην ομάδα που είχε ενημερωθεί για τη χρήση μάσκας, το 42.3% εφάρμοζε το παραπάνω μέτρο, ενώ στην ομάδα ελέγχου το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 13.3%. 5 μήνες μετά την έναρξη της μελέτης, η διαφορά στη χρήση μάσκας ανάμεσα στις δύο ομάδες περιορίστηκε, με αποτέλεσμα να φτάσει το 10%.

Συνολικά, όπως διαπίστωσε η μελέτη, το 7.62% των εθελοντών στην ομάδα παρέμβασης παρουσίασε συμπτώματα COVID-19, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 8.62%. Οι επιστήμονες συνέλεξαν δείγματα αίματος από σχεδόν 11.000 εθελοντές και διαπίστωσαν ότι οι μάσκες μειώνουν τον κίνδυνο συμπτωματικής COVID-19 κατά 9.3%.

Όπως τόνισαν οι επιστήμονες, το αποτέλεσμα αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι οι μάσκες μπορούν να αποτρέψουν μόλις το 10% των μολύνσεων. Αυτό συμβαίνει γιατί η ενημέρωση για τις μάσκες δημιούργησε μία διαφορά μόλις 29% στην εφαρμογή του παραπάνω μέτρου ανάμεσα στις 2 ομάδες. Κατά συνέπεια, όταν η χρήση μάσκας εφαρμόζεται από μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, οι μάσκες θα αποτρέπουν πολλαπλάσιο ποσοστό μολύνσεων σε σχέση με το 10% που παρατηρήθηκε στην παρούσα μελέτη.

Η έρευνα εξέτασε την αποτελεσματικότητα τόσο της χειρουργικής όσο και της πάνινης μάσκας. Στα χωριά που οι επιστήμονες είχαν δώσει χειρουργικές μάσκες, τα ποσοστά μολύνσεων ήταν ακόμα πιο χαμηλά σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Μάλιστα, στους ηλικιωμένους άνω των 60 ετών, παρατηρήθηκε μείωση στον κίνδυνο μόλυνσης 34.7% συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου.

Η έρευνα δεν παρατήρησε σημαντικά οφέλη στον περιορισμό του κινδύνου συμπτωματικής λοίμωξης σε όσους φορούσαν πάνινες μάσκες.

Αν και η έρευνα είναι μία από τις μεγαλύτερες του είδους της, είχε ορισμένους περιορισμούς. Για παράδειγμα, τα άτομα που παρακολουθούσαν τη χρήση μάσκας στα χωριά, ενδεχομένως να είχαν γίνει αντιληπτά από τους εθελοντές, γεγονός που πιθανώς επηρέασε τα ποσοστά εφαρμογής του παραπάνω μέτρου.

Η έρευνα δεν μπορεί επίσης να απαντήσει αν οι μάσκες περιόρισαν τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων μειώνοντας το ιικό φορτίο που εκτέθηκαν οι ασθενείς ή αν κατάφεραν να αποτρέψουν συνολικά τη μόλυνση.