Μία νέα έρευνα που εξέτασε το σύνολο του πληθυσμού της πόλης Vo’ στην Ιταλία διαπίστωσε ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων είχαν παραμείνει υψηλά σε όλους τους ασθενείς που μολύνθηκαν με τον ιό SARS-CoV-2, ανεξαρτήτως αν είχαν παρουσιάσει σοβαρά ή ήπια συμπτώματα από τον ιό.

Η έρευνα διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο της Padua και το Imperial College London. Οι επιστήμονες έκαναν εξετάσεις σε όλα τα άτομα που μολύνθηκαν με τον ιό το Φεβρουάριο/Μάρτιο του 2020 και ξανά το Μάιο και το Νοέμβριο του 2020, προκειμένου να εξετάσουν αν είχαν ακόμα αντισώματα με τον ιό.

Όπως διαπίστωσαν, το 98.8% των εθελοντών είχαν ακόμα ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων το Νοέμβριο. Επιπλέον, τα επίπεδα ήταν συγκρίσιμα ανάμεσα σε αυτούς που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση από τον ιό και αυτούς που παρέμειναν ασυμπτωματικοί σε όλη τη διάρκεια της λοίμωξης. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.

Οι επιστήμονες έκαναν τρεις εξετάσεις στους ασθενείς, καθεμία από τις οποίες υπολόγισε τα επίπεδα αντισωμάτων που στοχεύουν διαφορετικές περιοχές του ιού. Αν και όλα τα αντισώματα είχαν παρουσιάσει μείωση από το Μάιο μέχρι το Νοέμβριο, δεν είχαν μειωθεί όλα στον ίδιο βαθμό.

Μάλιστα, σε ορισμένους ασθενείς διαπιστώθηκε αύξηση στα επίπεδα των αντισωμάτων, γεγονός που αποδόθηκε από τους ερευνητές σε πιθανή επανέκθεση των ασθενών στον ιό.

«Δεν παρατηρήσαμε διαφορά στα επίπεδα των αντισωμάτων ανάμεσα σε αυτούς που νόσησαν σοβαρά και αυτούς που δεν παρουσίασαν συμπτώματα, γεγονός που δείχνει ότι η ισχύς της ανοσιακής απόκρισης δεν συνδέεται με τη σοβαρότητα της νόσησης», δήλωσε η επικεφαλής της έρευνας, Dr Ilaria Dorigatti.

«Ωστόσο, η έρευνά μας δείχνει ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων μπορεί να παρουσιάζουν σημαντική διαφοροποίηση ανάλογα με την εξέταση. Κατά συνέπεια, δεν είναι συνετό να συγκρίνουμε τα αποτελέσματα των εξετάσεων αντισωμάτων από διαφορετικές χώρες του κόσμου», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι εξετάσεις που έκαναν το Μάιο έδειξαν ότι το 3.5 του συνολικού πληθυσμού της πόλης Vo’ εκτέθηκε στον ιό, με αρκετούς από τους ασθενείς να μην γνωρίζουν ότι μολύνθηκαν (ασυμπτωματικοί φορείς).

Αν και τα επίπεδα των αντισωμάτων σε αυτούς ήταν ανιχνεύσιμα 9 μήνες μετά τη μόλυνση των εθελοντών, στους περισσότερους από αυτούς είχαν μειωθεί σημαντικά, γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά σχετικά με τη μακροπρόθεσμη ανοσία.

Η επιστημονική ομάδα εξέτασε επίσης τη μετάδοση του ιού στο οικογενειακό περιβάλλον. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους, η πιθανότητα μετάδοσης του ιού σε ένα άτομο που μένει στο ίδιο σπίτι ήταν περίπου 25%.

Η έρευνα παρατήρησε επίσης ότι το 79% των νέων μολύνσεων μπορούν να αποδοθούν στο 20% των περιστατικών, γεγονός που πρακτικά επιβεβαιώνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών δεν μολύνει άλλα άτομα.

Το παραπάνω φαινόμενο δείχνει ότι η εξάπλωση του ιού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από συμπεριφορικούς παράγοντες, κατά συνέπεια η κοινωνική αποστασιοποίηση και η χρήση της μάσκας παραμένουν σημαντικά μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας, ακόμα και σε πληθυσμούς με υψηλά ποσοστά εμβολιασμού.

Οι επιστήμονες κατάφεραν επίσης να εκτιμήσουν την αποτελεσματικότητα του κάθε μέτρου στον περιορισμό της πανδημίας.  Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι χωρίς καραντίνα των περιστατικών και χωρίς τοπικά lockdown, η ιχνηλάτηση των περιστατικών θα ήταν ανεπαρκές μέτρο για τον περιορισμό της πανδημίας.

«Αυτή τη στιγμή δεν βρισκόμαστε κοντά στο τέλος της πανδημίας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να συνεχιστεί η χορήγηση των εμβολίων και οι ιχνηλατήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εφαρμογή των μέτρων πρόληψης έχει επίσης μεγάλη σημασία», καταλήγει η έρευνα.