Παρά την υψηλή αποτελεσματικότητα των εμβολίων της COVID-19, σήμερα υπάρχει ακόμα μεγάλη ανάγκη να ανακαλύψουμε άμεσα νέα φάρμακα που θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ιό. Αυτό συμβαίνει γιατί ακόμα κι αν κάποιος έχει κάνει και τις 2 δόσεις των εμβολίων της COVID-19, υπάρχει πιθανότητα να μολυνθεί με τον ιό και να παρουσιάσει μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα. Σήμερα, υπάρχουν ορισμένα φάρμακα που για τους ασθενείς με COVID-19, ωστόσο κανένα από αυτά δεν μπορεί να χορηγηθεί στο σπίτι.

Ένα από τα φάρμακα που έχουν ξεχωρίσει αυτή τη στιγμή είναι το molnupiravir, ένα αντιικό που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τελευταίο στάδιο των κλινικών δοκιμών για τον άνθρωπο. Οι επιστήμονες που αναπτύσσουν το φάρμακο ελπίζουν ότι έχει χρησιμότητα τόσο για τη θεραπεία όσο και για την πρόληψη της COVID-19. Σημαντικότερα, το φάρμακο χορηγείται σε μορφή χαπιού, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να χορηγηθεί και εκτός νοσοκομείου.

Το φάρμακο περιορίζει την ικανότητα του SARS-CoV-2 να πολλαπλασιάζεται. Ουσιαστικά, το φάρμακο ομοιάζει με ένα δομικό συστατικό στο γενετικό υλικό του ιού. Όταν ο ιός προσπαθήσει να πολλαπλασιαστεί και να δημιουργήσει ένα νέο RNA, το φάρμακο ενσωματώνεται σε αυτή την αλληλουχία.

Ακολούθως, στον πολλαπλασιασμό του ιού, το molnupiravir προκαλεί μεταλλάξεις στο RNA του ιού, οι οποίες αυξάνονται συνεχώς σε κάθε κύκλο πολλαπλασιασμού. Τελικά, οι μεταλλάξεις αυτές συσσωρεύονται με αποτέλεσμα ο ιός να μην μπορεί να πολλαπλασιαστεί.

Πόσο Αποτελεσματικό είναι το Φάρμακο;

Προς το παρόν μόνο μία μικρή κλινική δοκιμή έχει εξετάσει το molnupiravir σε 202 ασθενείς με COVID-19 οι οποίοι έλαβαν το φάρμακο αμέσως μόλις εμφάνισαν τα πρώτα συμπτώματα. Οι ασθενείς αυτοί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία έλαβε το φάρμακο ενώ η άλλη placebo. Στην έρευνα εξετάστηκαν διαφορετικές δοσολογίες του φαρμάκου.

Προς το παρόν, τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης έχουν αναρτηθεί ως προδημοσίευση, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η διαδικασία του peer review. Όπως διαπιστώθηκε, 3 ημέρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, τα επίπεδα του ιού σε αυτούς που είχαν λάβει 800mg molnupiravir ήταν πολύ χαμηλότερα (2%) σε σχέση με αυτά στους ασθενείς της ομάδας ελέγχου (17%).

Την 5η ημέρα, οι ασθενείς που είχαν λάβει 400mg ή 800mg molnupiravir δεν είχαν καθόλου ανιχνεύσιμα σωματίδια του ιού, ενώ στην ομάδα ελέγχου ήταν ανιχνεύσιμα στο 11% των ασθενών. Η παραπάνω κλινική δοκιμή πρακτικά επιβεβαιώνει ότι το φάρμακο μπορεί να περιορίσει ή να εξαλείψει τα λοιμώδη σωματίδια του SARS-CoV-2 στους ασθενείς με ήπια COVID-19. Το παραπάνω γεγονός δείχνει ότι το molnupiravir επιταχύνει την απομάκρυνση του ιού και επομένως έχει χρησιμότητα τόσο στην αντιμετώπιση όσο και στον περιορισμό της εξάπλωσης του SARS-CoV-2.

Προφανώς, για να γνωρίζουμε ποια είναι η χρησιμότητα του φαρμάκου στην αντιμετώπιση της COVID-19 θα πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα νέων μελετών. Το molnupiravir εξετάζεται αυτή τη στιγμή και σε νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19, όταν χορηγείται λίγο μετά την εισαγωγή στο νοσοκομείο. Ο στόχος είναι να διαπιστωθεί αν η χορήγηση του φαρμάκου μπορεί να μειώσει το χρόνο ανάρρωσης, ωστόσο προς το παρόν δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα αποτελέσματα.

Μία μεγαλύτερη κλινική δοκιμή με 1.850 εθελοντές έχει ως στόχο να εξετάσει αν το molnupiravir είναι πιο αποτελεσματικό σε σχέση με ένα placebo στην πρόληψη της σοβαρής νόσησης και του θανάτου σε ασθενείς με COVID-19 που δεν νοσηλεύονται. Μία άλλη κλινική δοκιμή φάσης 3 που βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της συλλογής εθελοντών θα εξετάσει αν η θεραπεία με molnupiravir μπορεί να αποτρέψει τη μετάδοση του SARS-CoV-2 στο στενό οικογενειακό περιβάλλον των ασθενών. Προηγούμενες έρευνες που εξέτασαν πειραματόζωα (νυφίτσες) είχαν δείξει ότι το φάρμακο μπορεί να έχει αυτή τη δράση.

Αν το molnupiravir έχει καλή αποτελεσματικότητα στις παραπάνω μελέτες, τότε το φάρμακο μπορεί να φέρει επανάσταση στην αντιμετώπιση της COVID-19. Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της νόσησης που μπορεί να προκαλέσει ο ιός, είναι προφανές ότι ένα αποτελεσματικό αντιιικό θα αποτελέσει σημαντικό όπλο στη μάχη για την αντιμετώπισή του, ιδιαίτερα αν χορηγηθεί νωρίς στην πορεία της λοίμωξης.

Το γεγονός ότι χορηγείται σε μορφή χαπιού από το στόμα είναι επίσης ιδιαίτερα θετικό, καθώς αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χορηγηθεί και εκτός νοσοκομείου, όπως προαναφέρθηκε. Ένα άλλο πλεονέκτημα του φαρμάκου είναι ότι είναι εύκολο να παραχθεί μαζικά και δεν χρειάζεται ειδικές συνθήκες αποθήκευσης. Τα εμβόλια και τα μέτρα πρόληψης θα συνεχίσουν να αποτελούν τις βασικότερες προσεγγίσεις για τον περιορισμό της πανδημίας, ωστόσο το φάρμακο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα συμπληρωματικό εργαλείο.

Σύντομη Ιστορία του Molnupiravir

Είναι γνωστό ότι η ανάπτυξη αντιιικών φαρμάκων δυστυχώς χρειάζεται αρκετό χρόνο. Ο λόγος που το molnupiravir εξετάζεται ήδη σε κλινικές δοκιμές μόλις 18 μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας, είναι ότι είχε αναπτυχθεί για την αντιμετώπιση άλλων νόσων στο παρελθόν. Είναι ένα ευρέως φάσματος αντιιικό φάρμακο που σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αρκετούς διαφορετικούς ιούς. Η ανάπτυξη του φαρμάκου ξεκίνησε το 2013 στο Πανεπιστήμιο του Emory των ΗΠΑ.

Ο στόχος ήταν να αναπτυχθεί ένα φάρμακο που θα μπορεί να αντιμετωπίσει τον ιό της εγκεφαλίτιδας των ιπποειδών, μία σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία ανθρώπων και ζώων στην Αμερική. Στην πρώτη του μορφή, το φάρμακο ήταν γνωστό ως EIDD-1931. Δοκιμές που έγιναν εκείνη την εποχή διαπίστωσαν ότι το φάρμακο μπορεί να αναστείλει τον πολλαπλασιασμό αρκετών RNA ιών, μεταξύ των οποίων ο ιός της γρίπης, διάφοροι κορονοϊοί και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός.

Ωστόσο, όταν το EIDD-1931 δοκιμάστηκε σε πιθήκους οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι μεταβολίζεται ταχέως, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν το παραπάνω πρόβλημα, οι επιστήμονες δημιούργησαν μία αδρανή ουσία (προφάρμακο) η οποία μετατρέπεται σε ενεργή όταν εισέλθει στον οργανισμό. Το προφάρμακο του EIDD-1931 είναι το molnupiravir.

Αρχικά, η εταιρία που παρασκευάζει το molnupiravir ζήτησε άδεια από το FDA για να εξετάσει το φάρμακο στην αντιμετώπιση της εποχικής γρίπης. Ωστόσο, μετά την εμφάνιση του SARS-CoV-2, η εταιρία υπέβαλε νέα αίτηση για να δοκιμάσει το φάρμακο σε αυτό τον ιό. Αν τελικά οι κλινικές δοκιμές ολοκληρωθούν με επιτυχία τότε δεν αποκλείεται στο μέλλον να δούμε το φάρμακο να χορηγείται και σε άλλες ιογενείς λοιμώξεις.