Ένα φάρμακο που έχει απασχολήσει αρκετούς γιατρούς τους τελευταίους μήνες για το ρόλο του στη θεραπεία της COVID-19 είναι η ιβερμεκτίνη. Το φάρμακο αυτό εξετάστηκε προσφάτως από μία μελέτη και μετα-ανάλυση που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο του Liverpool.

Τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης δημοσιεύτηκαν την περασμένη εβδομάδα στο Open Forums Infectious Diseases. Αν και τα πρώτα δεδομένα είναι θετικά, αρκετοί ειδικοί υποστήριξαν ότι θα πρέπει να γίνουν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες προκειμένου να μπορούμε να αποφανθούμε σχετικά με την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου.

Η μελέτη και μετα-ανάλυση έγινε στα πλαίσια του International Ivermectin Project από το Δεκέμβριο του 2020 μέχρι το Μάιο του 2021. Ορισμένοι επιστήμονες υποστήριξαν ότι η παρούσα μελέτη έγινε σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ωστόσο η επικεφαλής της έρευνας, Angela Hill, δεν έχει επιβεβαιώσει ακόμα το παραπάνω γεγονός.

Η Hill και οι συνεργάτες της εξέτασαν 24 τυχαιοποιημένες μελέτες με συνολικά 3.328 ασθενείς. Κάθε μία από τις παραπάνω μελέτες είχε επίσης μία ομάδα ελέγχου η οποία έλαβε είτε την τυπική θεραπεία είτε κάποιο άλλο φάρμακο. 8 από τις 24 μελέτες είχα δημοσιευτεί σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό, ενώ 9 ήταν προδημοσιεύσεις. Από τις υπόλοιπες, οι 6 δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμα και οι επιστήμονες μοιράστηκαν τα αποτελέσματά τους με τους συντελεστές της έρευνας στα πλαίσια της μελέτης, ενώ η τελευταία είχε αναρτήσει προσωρινά τα αποτελέσματά της σε μία ιστοσελίδα.

Στις 11 μελέτες (συνολικά 2.137 εθελοντές) που επικεντρώθηκαν στη μέτρια ή σοβαρή νόσηση, διαπιστώθηκε 56% μείωση στο σχετικό κίνδυνο θανάτου στους ασθενείς που έπαιρναν ιβερμεκτίνη. Συγκεκριμένα, στις μελέτες αυτές κατέληξε το 3% των ασθενών που έπαιρναν ιβερμεκτίνη και το 9% των ασθενών που έπαιρναν άλλα φάρμακα.

Οι επιστήμονες τόνισαν, ωστόσο, ότι ο συνολικός αριθμός των θανάτων ήταν σχετικά μικρός (128), ενώ η έρευνά τους δεν διαπίστωσε οφέλη από το φάρμακο όταν εξετάστηκαν αποκλειστικά οι ασθενείς που νόσησαν σοβαρά. Στους ασθενείς που παρουσίασαν μέτρια συμπτώματα, η ιβερμεκτίνη συνδέθηκε με 70% αυξημένη πιθανότητα επιβίωσης.

Η χρήση της ιβερμεκτίνης συνδέθηκε επίσης με μειωμένη διάρκεια νόσησης κατά 1.58 ημέρες συγκριτικά με το placebo, καθώς και με μικρότερη διάρκεια νοσηλείας (κατά 4.27 ημέρες).

Το φάρμακο δεν συνδέθηκε με μειωμένο κίνδυνο νοσηλείας.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας ήταν ότι αρκετές μελέτες που εξέτασε δεν είχαν περάσει από peer review. Επιπλέον, κάθε έρευνα εξέτασε διαφορετική δοσολογία. Όπως προαναφέρθηκε, οι ασθενείς της ομάδας ελέγχου δεν έλαβαν όλοι το ίδιο φάρμακο σε όλες της μελέτες. Για παράδειγμα, σε ορισμένες μελέτες η ομάδα ελέγχου έλαβε υδροξυχλωροκίνη, σε άλλες έλαβε λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, σε άλλες έλαβε την τυπική θεραπεία, ενώ σε ορισμένες χορηγήθηκε placebo.

Οι επιστήμονες της μετα-ανάλυσης τόνισαν ότι τα αποτελέσματά τους θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες.

Μία σημαντική παράλειψη της παρούσας μελέτης η οποία αναδείχθηκε κατά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της αφορούσε τη χορήγηση στεροειδών. Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες δεν γνώριζαν αν οι ασθενείς στις μελέτες που εξετάστηκαν είχαν λάβει τα φάρμακα αυτά, γεγονός που θα μπορούσε δυνητικά να επηρεάσει σημαντικά τα αποτελέσματα της μελέτης.

Αναφορικά με τη χορήγηση του φαρμάκου εκτός νοσηλείας, μόλις 2 από τις 7 μελέτες διαπίστωσαν μείωση στη διάρκεια των συμπτωμάτων, ενώ καμία από τις μελέτες δεν εξέτασε αν η έγκαιρη χορήγηση του φαρμάκου μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο νοσηλείας.

Αυτή τη στιγμή έχουν ξεκινήσει ήδη αρκετές τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές φάσης 3 που εξετάζουν την αποτελεσματικότητα της ιβερμεκτίνης στην COVID-19. Η σημαντικότερη από αυτές είναι η PRINCIPLE, η οποία εξετάζει περίπου 1.500 εθελοντές από τη Μεγάλη Βρετανία.