Τους τελευταίους μήνες, οι περισσότερες χώρες προσπαθούν να περιορίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα μέτρα πρόληψης του ιού, χωρίς ωστόσο να επιτρέψουν στα περιστατικά του ιού να παρουσιάσουν νέα αύξηση. Σε αρκετές χώρες του Δυτικού κόσμου, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Ελλάδα, καταγράφονται κάθε μέρα χιλιάδες περιστατικά, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή άρση των μέτρων πρόληψης. Άλλες χώρες, όπως η Νέα Ζηλανδία, ξεκινούν και πάλι καθολικό lockdown, μετά την εμφάνιση των πρώτων περιστατικών στη χώρα.

Τους τελευταίους 20 μήνες, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία και αρκετές άλλες χώρες της Ανατολικής Ασίας έχουν εφαρμόσει αυστηρές πολιτικές με σκοπό να εξαλείψουν εντελώς την COVID-19. Οι πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν συνήθως αυστηρά μέτρα, όπως για παράδειγμα κλείσιμο των συνόρων, καραντίνες μεγάλης διάρκειας και εφαρμογή lockdown αμέσως μετά την καταγραφή ενός νέου περιστατικού.

Στις χώρες αυτές, η εφαρμογή των αυστηρών μέτρων έχει κρατήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα τα ποσοστά νοσηλειών και θανάτων, ενώ και η οικονομία έχει πληγεί λιγότερο σε σχέση με άλλες χώρες που δεν εφάρμοσαν εξίσου αυστηρά μέτρα. Οι πολιτικοί της Νέα Ζηλανδίας υποστήριξαν ότι σκοπεύουν να εφαρμόσουν την παραπάνω στρατηγική για όσο διάστημα χρειαστεί.

Μπορούν, ωστόσο, αντίστοιχες προσεγγίσεις να εφαρμοστούν σε παγκόσμιο επίπεδο; Σε έναν ιδανικό κόσμο, όλες οι χώρες θα πρέπει να είχαν ως στόχο την εξάλειψη της COVID-19 και δεν ήταν λίγοι οι επιστήμονες που είχαν ταχθεί υπέρ των αυστηρών μέτρων στην αρχή της πανδημίας. Ωστόσο, τελευταία αυτό έχει αλλάξει και τα δεδομένα δείχνουν ότι πιθανώς οι προσεγγίσεις όπως αυτή που εφαρμόζεται στη Νέα Ζηλανδία δεν είναι ιδανικές για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Ένας Ουτοπικός Στόχος;

Αρκετές χώρες σήμερα έχουν υψηλό ιικό φορτίο του SARS-CoV-2 στην κοινότητα και δεν σκοπεύουν να εξαλείψουν εντελώς τα περιστατικά του ιού. Προφανώς, αυτό σημαίνει ότι ακόμα και οι χώρες που έχουν περιορισμένο αριθμό περιστατικών, όπως η Νέα Ζηλανδία και η Αυστραλία, δεν θα καταφέρουν να εξαλείψουν εντελώς τον ιό, όσο αυτός κυκλοφορεί ανενόχλητος σε άλλες χώρες του κόσμου.

Αυτό συμβαίνει γιατί θα υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εισόδου του ιού στη χώρα από ταξιδιώτες που έρχονται από άλλες χώρες. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η απομόνωση μίας χώρας από τις υπόλοιπες μακροπρόθεσμα θα αποτελέσει πλήγμα για την οικονομία και δεν θα μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Προφανώς, στην εξάλειψη του ιού παίζει ρόλο και ο παράγοντας τύχη. Το Βιτενάμ, η Ταϊλάνδη και η Νότια Κορέα, χώρες οι οποίες είχαν επιτύχει να εξαλείψουν τα περιστατικά COVID-19 στον πληθυσμό τους, παρουσιάζουν σήμερα αύξηση των περιστατικών, παρά το γεγονός ότι είχαν εφαρμόσει αυστηρά μέτρα στις πύλες εισόδου και τα σύνορά τους.

Το γεγονός ότι ο ιός εξελίσσεται αποτελεί ένα πιθανό λόγο της δυσκολίας στον περιορισμό των περιστατικών του. Τα νέα στελέχη του SARS-CoV-2 γνωρίζουμε σήμερα ότι έχουν αυξημένη μολυσματικότητα σε σχέση με το αρχικό. Για παράδειγμα, το στέλεχος Άλφα έχει περίπου 50-100% αυξημένη μολυσματικότητα σε σχέση με το αρχικό στέλεχος του ιού που εμφανίστηκε στα τέλη του 2019, ενώ το στέλεχος Δέλτα έχει 50% αυξημένη μολυσματικότητα σε σχέση με το στέλεχος Άλφα. Όσο περισσότερο αυξάνεται η μολυσματικότητα ενός παθογόνου, τόσο πιο αυστηρά θα πρέπει να είναι τα μέτρα για τον περιορισμό του.

Φυσικά, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες τους οποίους θα πρέπει να λάβουμε υπόψη. Για παράδειγμα, ο SARS-CoV-2 μπορεί να μολύνει και διάφορα ζώα. Αν ο ιός μεταδοθεί από τον άνθρωπο στα ζώα, τότε θα μπορεί να κυκλοφορεί στον πληθυσμό τους και να μεταπηδήσει αργότερα και πάλι στον άνθρωπο, όταν θα έχουμε περιορίσει σε κάποιο βαθμό τα περιστατικά του στον πληθυσμό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι ένα σημαντικό ποσοστό των περιστατικών της COVID-19 είναι ασυμπτωματικά. Οι ασυμπτωματικοί αυτοί φορείς είναι δύσκολο να ανιχνευθούν εγκαίρως και επομένως έχουν αυξημένη πιθανότητα να μεταδώσουν τον ιό σε άλλα άτομα.

Και οι δύο παραπάνω παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα επανεισαγωγής του ιού στην κοινότητα, εκτός αν τα μέτρα για την COVID-19 διατηρηθούν για αρκετό καιρό.

Για πόσο καιρό όμως μπορεί να αντέξει ένας πληθυσμός την εφαρμογή αυστηρών μέτρων όταν τα συνολικά περιστατικά είναι σε χαμηλά επίπεδα; Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, ήδη ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού εκφράζει δυσφορία, ιδιαίτερα καθώς τα μέτρα πρόληψης δεν δείχνουν να πετυχαίνουν το στόχο της εξάλειψης του ιού. Ως αποτέλεσμα, η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση της χώρας φθίνει και το στρες του πληθυσμού αυξάνεται.

Ο Ρόλος των Εμβολίων

Ένα σημείο που θα πρέπει σίγουρα να ληφθεί υπόψη είναι το γεγονός ότι η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία έχουν σήμερα πολύ χαμηλά ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης. Κατά συνέπεια, η χαλάρωση των μέτρων θα οδηγήσει άμεσα σε ταχεία αύξηση των περιστατικών και νοσηλείες ή θανάτους που θα ήταν δυνατό να έχουν προληφθεί.

Αν και οι προσεγγίσεις με στόχο της εξάλειψη της COVID-19 είναι συχνά πολύ αυστηρές, αυτό που έχουμε διαπιστώσει από την παρούσα πανδημία είναι ότι ελαχιστοποιούν την επιβάρυνση τόσο στο σύστημα υγείας όσο και στην οικονομία, συγκριτικά με την απουσία μέτρων πρόληψης. Επομένως, στις χώρες με χαμηλά ποσοστά λοιμώξεων και χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη, πιθανώς είναι φρόνιμο να συνεχίσει η εφαρμογή αυστηρών μέτρων.

Ωστόσο, για τις υπόλοιπες χώρες, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ακόμα μία ξεκάθαρη προσέγγιση που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ιός δεν έχει βρει ακόμα μία σταθερή θέση στο παγκόσμιο οικοσύστημα, επομένως δεν γνωρίζουμε πως μπορεί να εξελιχθεί. Σε ένα μεγάλο ποσοστό, η πορεία της πανδημίας θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των εμβολίων να προλαμβάνουν τη μετάδοση του ιού και όχι μόνο τη νόσηση.

Εφόσον τα εμβόλια έχουν υψηλή αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της λοίμωξης, αν εμβολιαστεί ένα ικανοποιητικό ποσοστό του πληθυσμού, τα περιστατικά της COVID-19 θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα. Κατά συνέπεια, ο στόχος της εξάλειψης του ιού μέσω του εμβολιασμού θα είναι πλέον ρεαλιστικός, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την ιλαρά. Προφανώς, θα υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος επανεισαγωγής του ιού στην κοινότητα μέσω ανεμβολίαστων πληθυσμών, ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί προσφάτως και στην ιλαρά.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο να γνωρίζουμε με βεβαιότητα πόσο διαρκεί η προστασία που προσφέρουν τα εμβόλια. Παράλληλα, τα εμβόλια δεν έχουν μοιραστεί εξίσου στον παγκόσμιο πληθυσμό, με αποτέλεσμα να υπάρχουν χώρες που δεν έχουν χορηγήσει ακόμα ούτε μία δόση. Οι παραπάνω δύο παράγοντες αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στις προσπάθειες για τον περιορισμό της πανδημίας. Αρκετοί επιστήμονες υποστηρίζουν επίσης ότι ο στόχος της ανοσίας της αγέλης αποτελεί ουτοπία στην παρούσα φάση.

Προφανώς, υπάρχει και το ενδεχόμενο τα εμβόλια να μην μπορούν να περιορίσουν επαρκώς τη μετάδοση του ιού. Στην περίπτωση αυτή, ο ιός θα συνεχίσει να κυκλοφορεί, ωστόσο τα ποσοστά νοσηλειών και θανάτων θα περιοριστούν. Η COVID-19 θα εξελιχθεί σε εποχική νόσο που θα προκαλεί επιδημίες, όπως συμβαίνει σήμερα με τη γρίπη. Αυτή τη στιγμή, το παραπάνω σενάριο είναι αυτό που φαντάζει ως πιο πιθανό. Ο στόχος τότε θα είναι να λιγότερο να περιοριστεί η εξάπλωση του ιού και περισσότερο η προστασία των ευπαθών ομάδων μέσω του εμβολιασμού.

Η αποδοχή ότι ο ιός μπορεί να γίνει τελικά ενδημικός (όπως συμβαίνει με αρκετούς άλλους ιούς) και η προετοιμασία γι’ αυτό το ενδεχόμενο αποτελεί ίσως τη μοναδική προσέγγιση αυτή τη στιγμή για όλες τις χώρες. Κατά συνέπεια, χώρες όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, θα πρέπει να εμβολιάσουν τον πληθυσμό τους άμεσα, αν θέλουν να αποφύγουν τα κύματα κρουσμάτων που παρατηρούνται τους τελευταίους μήνες στην Ευρώπη και την Αμερική.

Η αύξηση της μολυσματικότητας του ιού σε συνδυασμό με την αδυναμία διατήρησης των κλειστών συνόρων επ’ αόριστον, όπως καταλαβαίνουμε, καθιστά σχεδόν αδύνατο το στόχο της οριστικής εξάλειψης του ιού.