Τον τελευταίο αιώνα αρκετοί ιοί έχουν μεταπηδήσει από τα ζώα στον άνθρωπο προκαλώντας σοβαρές ή ακόμα και απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις. Τα παθογόνα αυτά περιλαμβάνουν τον ιό της γρίπης, τον ιό Ebola, τον ιό Zika, τον ιό του Δυτικού Νείλου, τον SARS-CoV, τον MERS-CoV και πλέον και τον SARS-CoV-2. Παρά το γεγονός ότι έγιναν εκτενείς έρευνες που διερεύνησαν την προέλευση των παραπάνω ιών, για αρκετούς από αυτούς δεν καταφέραμε τελικά να ανακαλύψουμε ποιο ήταν το ζώο από το οποίο μεταπήδησαν στον άνθρωπο, ενώ για άλλους αν και έχουμε ορισμένα δεδομένα, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ποιο είναι το ζώο αυτό. Η αναζήτηση και επιβεβαίωση των περιστάσεων μέσω των οποίων έγινε η μεταπήδηση του παθογόνου αποτελεί ίσως το δυσκολότερο κομμάτι σε αυτό το πεδίο της έρευνας.

Ιδανικά, τα πρώτα περιστατικά μίας ζωονόσου στον άνθρωπο μπορούν να συνδεθούν με την παρουσία συγκεκριμένων ζώων στο περιβάλλον των ασθενών. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο δείγμα ασθενών που μπορεί να ιχνηλατηθεί. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί πάντοτε το πρώτο περιστατικό μεταπήδησης του συγκεκριμένου παθογόνου. Επιπλέον, όταν ένα παθογόνο φτάσει στον άνθρωπο και αρχίσει να μεταδίδεται από τον ένα ασθενή στον άλλο, είναι πλέον πολύ δύσκολο να γίνει ιχνηλάτηση και να διαπιστωθεί ποιο είναι το ζώο που ενοχοποιείται.

Κατά συνέπεια, το είδος ζώου από το οποίο μεταπήδησε αρχικά το παθογόνο δεν προσδιορίζεται ποτέ. Για ορισμένους ιούς, υπάρχουν δεδομένα που «δείχνουν» προς συγκεκριμένα ζώα, ωστόσο ακόμα και μετά από δεκαετίες έρευνας δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί ποιο είναι ακριβώς το είδος του ζώου που ευθύνεται. Τυπικά, μετά από αρκετές μελέτες, κάθε μία από τις οποίες προσθέτει επιπλέον δεδομένα σε αυτά που ανακάλυψε η προηγούμενη, φτάνουμε όλο και πιο κοντά στον προσδιορισμό του είδους από το οποίο έγινε η μεταπήδηση στον άνθρωπο.

Συχνά, η έρευνα καταλήγει όχι σε ένα συγκεκριμένο ζώο, αλλά σε μία ευρύτερη οικογένεια ειδών, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι επιστήμονες δεν καταφέρνουν να παρατηρήσουν σωματίδια του ιού που επηρεάζει τον άνθρωπο στα ζώα. Κατά συνέπεια, αναζητούν συγγενικούς, παραπλήσιους ιούς οι οποίοι έχουν κοινούς «προγόνους» με τον ιό που επηρεάζει τον άνθρωπο. Ακόμα κι αν βρεθούν σωματίδια ενός ιού (όπως για παράδειγμα του SARS-CoV-2) σε ένα ζώο, μετά την εξάπλωση της πανδημίας, ενδέχεται ο ιός να μεταπήδησε από τον άνθρωπο στα ζώα και όχι το αντίθετο. Καθώς αυτό μπορεί να συμβεί με αρκετούς διαφορετικούς ιούς, κάθε φορά θα πρέπει να γίνονται ειδικές έρευνες προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτό.

Ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη του παραπάνω στόχου είναι η εξέταση δειγμάτων που είχαν συλλεγεί πριν την έναρξη της πανδημίας. Προκειμένου τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών να θεωρηθούν ισχυρά, θα πρέπει να υπάρχουν ιδανικά δείγματα, τα οποία διατηρήθηκαν στις κατάλληλες συνθήκες έτσι ώστε να μπορούν να απομονωθούν σωματίδια του ιού.

Οι περισσότεροι ιοί του ανθρώπου επηρεάζουν συνήθως τα ζώα για λίγες ημέρες. Κατά συνέπεια, η ανίχνευση σωματιδίων ενός τέτοιου ιού σε ένα ζώο απαιτεί καλύτερο δείγμα σε σχέση με αυτό που θα χρησιμοποιούσαμε για να ανιχνεύσουμε έναν ιό που περιορίζεται στο ζωικό βασίλειο. Αν και προφανώς δεν είναι απίθανο να ανιχνευθούν σωματίδια του ιού και σε ένα σχετικά μικρό δείγμα, συνήθως θα χρειαστούμε μεγαλύτερα δείγματα για την επίτευξη του παραπάνω στόχου.

Η διερεύνηση της προέλευσης ενός παθογόνου μετά την μεταπήδησή του στον άνθρωπο αποτελεί πρόκληση για έναν ακόμα λόγο. Καθώς η κορύφωση της επιδημίας στα ζώα προφανώς έχει παρέλθει ήδη, τα περιστατικά στα ζώα είναι πλέον περιορισμένα, επομένως θα χρειαστούμε πιθανώς περισσότερα δείγματα για να ανιχνεύσουμε τον ιό. Λίγο μετά την αρχή της πανδημίας της COVID-19 έγιναν ορισμένες έρευνες στην Κίνα οι οποίες αναζήτησαν από ποιο ζώο μεταπήδησε στον άνθρωπο ο SARS-CoV-2. Οι έρευνες αυτές δεν κατέληξαν σε κάποιο συγκεκριμένο είδος ζώου, ωστόσο με βάση αυτά που αναφέραμε παραπάνω, αυτό δεν απορρίπτει τη θεωρία της μεταπήδησης του ιού στον άνθρωπο από τα ζώα.

Μία άλλη προσέγγιση θα ήταν να εξετάσουμε την παρουσία αντισωμάτων για τον ιό στα ζώα, ωστόσο αυτό θα χρειαστεί την ανάπτυξη ειδικών ορολογικών εξετάσεων για το κάθε είδος ζώου. Ακόμα κι αν διαπιστώσουμε την παρουσία αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 σε ένα είδος ζώου, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ιός ξεκίνησε σε αυτό το είδος, καθώς τα αντισώματα αυτά ενδέχεται να αναπτύχθηκαν μετά την έκθεση σε ένα παρόμοιο ιό.

Παράλληλα, καθώς το φάσμα των ερευνών διευρύνεται, προστίθενται και άλλα ερωτήματα. Για παράδειγμα, ποια είναι τα είδη τα οποία θα πρέπει να διερευνηθούν πρώτα; Από ποιες περιοχές θα πρέπει να ξεκινήσει η έρευνα; Η λανθασμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα οδηγούν σε αδιέξοδα και καθυστερούν την πορεία της έρευνας, σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο. Οι ιογενείς λοιμώξεις στα ζώα είναι σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτες και συχνά δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσουμε την πορεία τους.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε και την ταχύτητα με την οποία διεξάγονται οι έρευνες. Η συνεργασία διαφορετικών επιστημών αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, ενώ συχνά θα πρέπει να αναπτυχθούν ειδικές τεχνικές για το κάθε παθογόνο οι οποίες θα μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε μία σειρά ερωτήματα. Οι επιστήμονες είναι επίσης ιδιαίτερα προσεκτικοί καθώς θέλουν να ερμηνεύσουν σωστά τα αποτελέσματα, με σκοπό να μην καταλήξουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Η αναζήτηση της προέλευσης ενός ιού προφανώς δεν αποτελεί προτεραιότητα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, επομένως ο αριθμός των επιστημόνων που θα ασχοληθούν με αυτό το κομμάτι της έρευνας είναι περιορισμένος. Οι περισσότεροι επιστήμονες θα στραφούν στην εξερεύνηση των μεταλλάξεων του ιού ή στην πρόληψη της μεταπήδησης του ιού σε διάφορα ζώα από τον άνθρωπο, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε νέα επικίνδυνα στελέχη.

Αν και η εξερεύνηση της προέλευσης του SARS-CoV-2 σίγουρα έχει σημασία, προκειμένου να προλάβουμε μελλοντικές πανδημίες θα πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς που οδηγούν στην εμφάνιση των παθογόνων αυτού του είδους. Με τη γνώση αυτή θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ευκολότερα τα νέα αυτά παθογόνα όταν εμφανιστούν.