Τα περιστατικά μείζονος κατάθλιψης και αγχώδους διαταραχής αυξήθηκαν κατά περίπου 25% παγκοσμίως το 2020 εξ’ αιτίας της πανδημίας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πρώτης μεγάλης μελέτης που εξέτασε τις επιπτώσεις της πανδημίας στην ψυχική υγεία του παγκοσμίου πληθυσμού.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Lancet, το 2020 τα περιστατικά μείζονος κατάθλιψης παρουσίασαν αύξηση 28%, ενώ παρατηρήθηκε και 26% αύξηση στις αγχώδεις διαταραχές. Τα ποσοστά της αύξησης ήταν υψηλότερα στις γυναίκες, καθώς και στα άτομα νεαρής ηλικίας. Οι χώρες με το μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών COVID-19 (και αντίστοιχη εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων) ήταν αυτές που είχαν τη μεγαλύτερη αύξηση στα περιστατικά των παραπάνω ψυχικών διαταραχών.

Ακόμα και πριν την πανδημία της COVID-19, η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές (οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο για άλλες επιπλοκές, όπως οι αυτοκτονίες) ήταν δύο νόσοι που επιβάρυναν σημαντικά την παγκόσμια υγεία, καθώς επηρεάζουν εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών.

«Οι παρατηρήσεις της μελέτης μας δείχνουν ότι θα πρέπει να βελτιωθούν άμεσα οι δομές ψυχικής υγείας παγκοσμίως προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα συνεχώς αυξανόμενα περιστατικά κατάθλιψης και άγχους. Η βελτίωση της ψυχικής υγείας μέσω της αντιμετώπισης παραγόντων κινδύνου που έχουν αναδειχθεί στην περίοδο της πανδημίας, καθώς και η χορήγηση καταλλήλων θεραπειών σε αυτούς που έχουν ήδη παρουσιάσει συμπτώματα, θα πρέπει να είναι η προτεραιότητά μας αυτή τη στιγμή. Ακόμα και πριν την πανδημία, οι δομές ψυχικής υγείας λάμβαναν μειωμένη χρηματοδότηση και δεν είχαν εξίσου καλή στελέχωση σε σχέση με άλλες δομές υγείας. Αυτή τη στιγμή, η επίτευξη των παραπάνω στόχων αποτελεί πρόκληση, ωστόσο δεν θα πρέπει να αγνοηθεί», αναφέρουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους.

Μέχρι σήμερα, καμία μελέτη δεν είχε εξετάσει την επιβάρυνση της παρούσας πανδημίας στα περιστατικά μείζονος κατάθλιψης και διαταραχών του άγχους για το 2020. Οι περισσότερες προηγούμενες έρευνες είχαν επικεντρωθεί σε συγκεκριμένες περιοχές για μικρή διάρκεια.

Η παρούσα μελέτη ήταν η πρώτη που κατάφερε να ποσοτικοποιήσει τις αρνητικές επιδράσεις της πανδημίας στα περιστατικά μείζονος κατάθλιψης και αγχώδους διαταραχής, ταξινομώντας μάλιστα τα αποτελέσματα ανά ηλικία, ανά φύλο και ανά περιοχή σε 204 χώρες για το έτος 2020.

Οι επιστήμονες έκαναν μία συστηματική ανάλυση της βιβλιογραφίας στην οποία εξέτασαν όλα τα δεδομένα που δημοσιεύτηκαν από την 1η Ιανουαρίου του 2020 μέχρι την 29η Ιανουαρίου του 2021. Προκειμένου μία έρευνα να μπορεί να περιληφθεί στην ανάλυση θα έπρεπε να έχει δεδομένα για τον πληθυσμό τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της πανδημίας. Χρησιμοποιώντας ένα εργαλείο μετα-ανάλυσης, οι επιστήμονες κατάφεραν να αντλήσουν δεδομένα από τις παραπάνω έρευνες μέσω των οποίων προσδιόρισαν το ποσοστό αύξησης στα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την περιοχή. Τα ποσοστά λοιμώξεων καθώς και τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό των περιστατικών χρησιμοποιήθηκαν ως δείκτες για την επίδραση της πανδημίας σε κάθε πληθυσμό που εξετάστηκε.

Η συστηματική ανάλυση ξεκίνησε με 5.683 έρευνες από τις οποίες τελικά μόλις οι 48 πληρούσαν τα κριτήρια που είχαν θέσει οι επιστήμονες. Οι περισσότερες έρευνες είχαν διεξαχθεί στη Δυτική Ευρώπη (22) και ακολούθησαν η Βόρεια Αμερική (14), η Ανατολική Ασία (7), η Αυστραλασία (5) και η Κεντρική Ευρώπη (1).

Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων, οι χώρες με τον υψηλότερο αριθμό περιστατικών που οδήγησε σε εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων ήταν αυτές που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αύξηση στα περιστατικά κατάθλιψης και αγχώδους διαταραχής.

Σε μοντέλα που είχαν γίνει πριν την πανδημία της COVID-19, είχε εκτιμηθεί ότι θα εμφανιστούν 193 εκατομμύρια περιστατικά μείζονος κατάθλιψης παγκοσμίως το 2020 (2.472 περιστατικά ανά 100.000 άτομα). Ωστόσο, τελικά καταγράφηκαν 246 εκατομμύρια νέα περιστατικά (3.153 ανά 100.000), που αντιστοιχεί σε αύξηση 28%. Από τα 53 εκατομμύρια επιπλέον περιστατικά, τα 35 εκατομμύρια ήταν σε γυναίκες, ενώ τα 18 εκατομμύρια σε άνδρες.

Αντίστοιχα μοντέλα είχαν προβλέψει ότι το 2020 θα εμφανιστούν 298 εκατομμύρια περιστατικά αγχώδους διαταραχής (3.825 ανά 100.000), ωστόσο τελικά καταγράφηκαν 374 εκατομμύρια (4.802 ανά 100.000), διαφορά που αντιστοιχεί σε αύξηση 26%. Και εδώ από τα 76 εκατομμύρια επιπλέον περιστατικά, τη μερίδα του λέοντος είχαν οι γυναίκες (52 εκατομμύρια).

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι τα περισσότερα επιπλέον περιστατικά μείζονος κατάθλιψης και αγχώδους διαταραχής εμφανίστηκαν στις νεαρότερες ηλικίες, ενώ στους ηλικιωμένους ήταν περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτά των προηγουμένων ετών.

«Η πανδημία ανέδειξε αρκετές ανισότητες στην ψυχική υγεία. Για παράδειγμα, οι γυναίκες περιμέναμε ότι θα επηρεαστούν περισσότερο από τις κοινωνικές και οικονομικές επιδράσεις της πανδημίας, κάτι που τελικά δυστυχώς επαληθεύτηκε», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

«Το κλείσιμο των σχολείων και ο περιορισμός της κοινωνικότητας στις νεαρότερες ηλικίες, σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας, ήταν παράγοντες που συνέβαλαν στο σύνολό τους στην αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης και άγχους στους νεαρούς ενήλικες και τους εφήβους. Οι παραπάνω παράγοντες θα πρέπει σίγουρα να λαμβάνονται υπόψη από τους φορείς που αποφασίζουν τα μέτρα πρόληψης της COVID-19 σε κάθε χώρα», εξήγησαν.

Ένας περιορισμός της έρευνας, σύμφωνα με τους συγγραφείς, ήταν το γεγονός ότι δεν είχαν επαρκή δεδομένα υψηλής ποιότητας από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ως αποτέλεσμα υποστήριξαν ότι οι παρατηρήσεις τους ενδεχομένως δεν αφορούν κατοίκους των χωρών αυτών.

Τόνισαν επίσης ότι οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν περισσότερα δημογραφικά στοιχεία των εθελοντών, προσπαθώντας παράλληλα να αναλύσουν πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του πληθυσμού. Καταλήγοντας, υποστήριξαν ότι πρέπει να γίνουν και νέες έρευνες που θα εξετάσουν τις μεταβολές στα περιστατικά και άλλων ψυχικών νόσων, όπως για παράδειγμα οι διατροφικές διαταραχές.