Ο εμβολιασμός για την COVID-19 δεν αυξάνει τον κίνδυνο εξάρσεων στους ασθενείς με ρευματικά ή μυοσκελετικά νοσήματα, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Arthritis & Rheumatology. Η ίδια έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι ο κίνδυνος για τις υπόλοιπες ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων είναι παρόμοιος με αυτόν του γενικού πληθυσμού.

«Τα αποτελέσματα της μελέτης μας δείχνουν ότι τα εμβόλια της COVID-19 είναι ασφαλή για τους ασθενείς με ρευματικές παθήσεις. Συνολικά, παρατηρήσαμε πολύ μικρή αύξηση στα περιστατικά των εξάρσεων με ήπιες τοπικές ή συστηματικές αντιδράσεις», σημειώνουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους. «Αρκετοί από τους ασθενείς που εξετάσαμε διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης και επιπλοκών από την COVID-19, επομένως είναι απαραίτητο να εμβολιαστούν».

Η επιστημονική ομάδα ξεκίνησε την έρευνα με σκοπό να κατανοήσει καλύτερα τις επιδράσεις των δύο δόσεων από τα mRNA εμβόλια στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Οι τελευταίοι ασθενείς είχαν εξαιρεθεί από τις κλινικές δοκιμές της Pfizer και της Moderna με αποτέλεσμα αρκετοί να έχουν αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων.

Τις τελευταίες ημέρες, ωστόσο, έχουν δημοσιευτεί αρκετά δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων σε αυτό τον πληθυσμό. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουλίου στο επιστημονικό περιοδικό Lancet Rheumatology διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) δεν παρουσίασαν εξάρσεις εντός 3 ημερών από τη χορήγηση της 1η ή της 2ης δόσης των εμβολίων. Οι όποιες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν ήταν ως επί το πλείστον ήπιες.

Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες εξέτασαν 1.377 ασθενείς με ρευματικά νοσήματα που έκαναν και τις δύο δόσεις των εμβολίων στο διάστημα από το Δεκέμβριο του 2020 μέχρι τον Απρίλιο του 2021. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 47 χρόνια και το 92% ήταν γυναίκες. Οι ασθενείς είχαν διάφορα ρευματικά νοσήματα μεταξύ των οποίων οι φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (47%), ο ΣΕΛ (20%), οι παθήσεις του συνδετικού ιστού (20%), το σύνδρομο Sjögren (5%) και η μυοσίτιδα (5%).

Συνολικά το 11% των ασθενών που εμβολιάστηκαν παρουσίασαν ήπια έξαρση της νόσου, η οποία χρειάστηκε θεραπεία, ωστόσο καμία από τις εξάρσεις δεν συνδέθηκε με το εμβόλιο. Το 56% των παραπάνω ασθενών είχαν τουλάχιστον 1 έξαρση στο διάστημα των 6 μηνών πριν τη χορήγηση της 1ης δόσης του εμβολίου. Ορισμένες ομάδες ασθενών είχαν υψηλότερο κίνδυνο εξάρσεων, μεταξύ των οποίων και αυτοί που είχαν ιστορικό COVID-19. Γνωρίζουμε σήμερα ότι η COVID-19 μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα φλεγμονωδών συνδρόμων μέσω της ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Υπάρχει πιθανότητα ο εμβολιασμός να προκάλεσε περαιτέρω ενεργοποίηση η οποία οδήγησε σε μία έξαρση, ωστόσο αυτό ακόμα δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Οι ασθενείς που έπαιρναν ανοσορυθμιστικές θεραπείες είχαν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν εξάρσεις μετά τον εμβολιασμό τους. Αυξημένος κίνδυνος διαπιστώθηκε επίσης και στους ασθενείς που είχαν ιστορικό μίας ή περισσοτέρων εξάρσεων στο διάστημα των 6 μηνών πριν τη χορήγηση της 1ης δόσης του εμβολίου. Προς το παρόν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν οι εξάρσεις στους παραπάνω ασθενείς συνδέονται με το εμβόλιο.

Το φύλο, η ηλικία, η εθνικότητα, το είδος της ρευματικής νόσου και το είδος του εμβολίου δεν συνδέθηκαν με αυξημένο ή μειωμένο κίνδυνο εξάρσεων.

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς ήταν το άλγος στο σημείο της έγχυσης (87% μετά την 1η και 86% μετά τη 2η δόση) και το αίσθημα κόπωσης (60% μετά την 1η και 80% μετά τη 2η δόση). Όπως συμβαίνει και στο γενικό πληθυσμό με τα εμβόλια mRNA, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συχνότερες μετά τη 2η δόση.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της μελέτης, θα συνεχίσουν να εξετάζουν την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων της COVID-19 στους ασθενείς με ρευματικά νοσήματα και σύντομα θα δημοσιεύσουν και νέα αποτελέσματα. Ένα άλλο ερώτημα που θέλουν να εξετάσουν αφορά τις επιδράσεις της ανοσοκαταστολής στην αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Φωτογραφία: NIAID