Τα εμβόλια της COVID-19 έχουν καλή ανοχή και δεν αυξάνουν τον κίνδυνο εξάρσεων της νόσου στους ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Lancet Rheumatology.

Η μελέτη VACOLUP (Tolerance and Consequences of Vaccination Against COVID-19 in Lupus Patients) εξέτασε συνολικά 696 ασθενείς με επιβεβαιωμένη διάγνωση ΣΕΛ, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο με 43 ερωτήσεις. Η μέση ηλικία των εθελοντών ήταν τα 42 και το 96% ήταν γυναίκες. Σχεδόν το 36% των ασθενών ήταν από την Ιταλία, το 27% από τη Χιλή, το 13% από τη Γαλλία και κάτω από το 9% ήταν κάτοικοι των ΗΠΑ. Όλοι οι εθελοντές είχαν λάβει τουλάχιστον μία δόση κάποιου εμβολίου της COVID-19, ενώ το 49% είχε λάβει και τις δύο δόσεις. Τα εμβόλια που είχαν λάβει οι εθελοντές ήταν αυτά της Pfizer (57%), της Sinovac (22%), της AstraZeneca (10%) και της Moderna (8%).

Μόλις 21 εθελοντές (3%) παρουσίασαν έξαρση του ΣΕΛ εντός 3 ημερών από τον εμβολιασμό τους. Τα συχνότερα συμπτώματα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν μυοσκελετικά (90%) ή αίσθημα κόπωσης (86%). Οι 15 από τους 21 ασθενείς χρειάστηκαν τροποποίηση της θεραπείας τους, ενώ οι 4 νοσηλεύτηκαν. Το ιστορικό έξαρσης του ΣΕΛ στο διάστημα των 12 μηνών πριν τον εμβολιασμό συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο έξαρσης της νόσου από τα εμβόλια.

Το 45% του συνόλου των εθελοντών ανέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες όπως οίδημα, άλγος, πυρετό, ρίγος, αίσθημα κόπωσης, αρθραλγίες, μυαλγίες, ναυτία ή κεφαλαλγία μετά την 1η δόση του εμβολίου. Αντίστοιχα συμπτώματα παρουσίασε και το 53% των ασθενών που έκανε τη 2η δόση. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες ανάλογα με το εμβόλιο που χορηγήθηκε, την ηλικία ή το φύλο των εθελοντών. Οι ασθενείς που παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την 1η δόση είχαν αυξημένη πιθανότητα να αναφέρουν ανεπιθύμητες ενέργειες και στη 2η δόση των εμβολίων.

Η πλειοψηφία των ασθενών παρουσίασε ήπια ή μέτρια συμπτώματα, τα οποία δεν επηρέασαν την ικανότητά τους να εκτελούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Στη μελέτη δεν παρατηρήθηκε σύνδεση ανάμεσα στις ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων και το ιστορικό εξάρσεων του ΣΕΛ ή τη φαρμακευτική αγωγή της νόσου.

Αρκετοί επιστήμονες, αναφερόμενοι στην παρούσα μελέτη υποστήριξαν ότι οι παρατηρήσεις της συμφωνούν με τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα. Επιπλέον, καθώς η έρευνα είχε μεγάλο μέγεθος ουσιαστικά αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από τα εμβόλια της COVID-19 για τους ασθενείς με ΣΕΛ. Ωστόσο, είναι σημαντικό για τους γιατρούς να μιλούν προσωπικά με τους ασθενείς που πάσχουν από ρευματικά νοσήματα και να αφουγκράζονται τις ανησυχίες τους.

Η παρούσα μελέτη δημοσιεύεται σε μία περίοδο όπου τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων της COVID-19 στους ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα είναι πολύ περιορισμένα. Κατά συνέπεια, έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς καθησυχάζει αρκετές ανησυχίες τόσο γιατρών όσο και ασθενών με ΣΕΛ.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, ο κύριος περιορισμός της μελέτης τους ήταν ότι χρησιμοποίησε ερωτηματολόγια, γεγονός που εισάγει ένα βαθμό υποκειμενικότητας. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο οι ασθενείς να μετέφρασαν τις ανεπιθύμητες ενέργειες του εμβολίου ως έξαρση της νόσου, επομένως το πραγματικό ποσοστό εξάρσεων ίσως είναι κάτω από το 3%.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες της μελέτης στάθηκαν στις οδηγίες του American College of Rheumatology, σύμφωνα με τις οποίες κάθε ασθενής που πάσχει από ρευματολογικά νοσήματα θα πρέπει να κάνει το εμβόλιο της COVID-19.