Στην αρχή της πανδημίας επενδύθηκαν μεγάλα ποσά στην ανάπτυξη φαρμάκων για την COVID-19. Λόγω της μεγάλης ανάγκης για κάποια θεραπεία, εξετάστηκαν διάφορες προσεγγίσεις, μία από τις οποίες ήταν η δοκιμή φαρμάκων που έχουν ήδη εγκριθεί για άλλες νόσους. Αρκετές από τις κλινικές δοκιμές που εξέτασαν τα παραπάνω φάρμακα κατέληξαν σε αρνητικά αποτελέσματα, παρά το γεγονός ότι είχαν δείξει θετικά δείγματα στα εργαστηριακά πειράματα. Σήμερα, μία ομάδα επιστημόνων υποστηρίζει ότι ένα σημαντικό ποσοστό των φαρμάκων που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι αποτελεσματικά ενάντια στον SARS-CoV-2, στην πραγματικότητα δεν μπορούν να προσφέρουν οφέλη στην αντιμετώπιση του ιού.

Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα περιστατικά της COVID-19, μία διεθνής ομάδα επιστημόνων αποφάσισε να εξερευνήσει ποιες είναι οι πρωτεΐνες του ανθρώπου που μπορούν να αλληλεπιδράσουν με τις πρωτεΐνες του SARS-CoV-2. Το σκεπτικό τους ήταν ότι αν μία ή περισσότερες από τις παραπάνω πρωτεΐνες είναι απαραίτητες για τον πολλαπλασιασμό του ιού, τότε πιθανώς τα φάρμακα που αναστέλλουν τη λειτουργία τους θα μπορούσαν να δοκιμαστούν στη θεραπεία της COVID-19. Ένα από τους πιθανούς στόχους που ανέδειξαν οι παραπάνω μελέτες ήταν και οι σίγμα υποδοχείς. Οι επιστήμονες έδειξαν ότι τα φάρμακα που στοχεύουν τους παραπάνω υποδοχείς μπορούν να περιορίσουν τον πολλαπλασιασμό του ιού στις καλλιέργειες κυττάρων.

Ωστόσο, όταν οι ίδιοι επιστήμονες ξεκίνησαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο κλινικών δοκιμών με τα παραπάνω φάρμακα, βρέθηκαν μπροστά σε ένα σημαντικό εμπόδιο. Συγκεκριμένα, εξετάζοντας 50 διαφορετικά φάρμακα που στοχεύουν τους σίγμα υποδοχείς, παρατήρησαν ότι δεν υπήρχε σύνδεση ανάμεσα στην ικανότητά τους να αναστέλλουν τους υποδοχείς και την αντιιική τους δράση. Όπως τελικά διαπίστωσαν, η αντιιική δράση των φαρμάκων συνδεόταν με τις χημικές τους ιδιότητες και δεν είχε καμία σχέση με τους σίγμα υποδοχείς. Τα φάρμακα με την ισχυρότερη αντιιική δράση ήταν κατιονικά και αμφιφιλικά, χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη φωσφολιπίδωση, δηλαδή την παθολογική συσσώρευση φωσφολιπιδίων στο λυσόσωμα. Οι ισχυροί αναστολείς των σίγμα υποδοχέων που δεν προκαλούσαν φωσφολιπίδωση, δεν μπορούσαν να περιορίσουν τον πολλαπλασιασμό του ιού. Η φωσφολιπίδωση αποτελεί χαρακτηριστικό αρκετών κατιονικών αμφιφιλικών φαρμάκων (CADs), τα οποία γνωρίζουμε ότι μπορούν να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό αρκετών διαφορετικών στις καλλιέργειες κυττάρων στο εργαστήριο.

Οι επιστήμονες αποφάσισαν στη συνέχεια να ασχοληθούν με 310 φάρμακα που είχαν δείξει θετικά δείγματα για την αντιμετώπιση της COVID-19 στο εργαστήριο. Εξετάζοντας τις φυσικοχημικές ιδιότητες των παραπάνω φαρμάκων, διαπίστωσαν ότι το 60% των παραπάνω ανήκουν στα CADs.

Θεωρητικά η πρόκληση φωσφολιπίδωσης αποτελεί μία αποτελεσματική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της COVID-19, παρά το γεγονός ότι τα φάρμακα δεν στοχεύουν άμεσα τον επιθυμητό στόχο. Ωστόσο, όταν η επιστημονική ομάδα εξέτασε 4 διαφορετικά CADs σε πειραματόζωα διαπίστωσε ότι, σε αντίστοιχες δόσεις με αυτές που εξετάστηκαν στα εργαστηριακά πειράματα, δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον ιό. Τα δύο σχήματα χορήγησης που εξετάστηκαν, δηλαδή η χορήγηση των φαρμάκων εφάπαξ είτε καθημερινά για 12 ημέρες πριν την έκθεση στον ιό, ήταν εξίσου αναποτελεσματικά. Ένα ενδεχόμενο είναι ότι σε αυτές τις δόσεις δεν ήταν δυνατό να προκληθεί φωσφολιπίδωση στα ποντίκια. Η περαιτέρω αύξηση της δόσης μπορεί πιθανώς να είναι απειλητική για την υγεία των πειραματοζώων. Μάλιστα, 33 από τα φάρμακα που προκαλούν φωσφολιπίδωση, μεταξύ των οποίων και η γνωστή μας υδροξυχλωροκίνη, δεν ήταν αποτελεσματικά στις κλινικές δοκιμές που εξετάστηκαν.

Το κύριο μάθημα από την παραπάνω μελέτη δεν αφορά τόσο την ίδια τη φωσφολιπιδίωση, όσο τα κριτήρια της επιλογής ενός φαρμάκου για τη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών.

Μία προσέγγιση για την επίλυση του παραπάνω προβλήματος είναι πιθανώς η εξέταση της σύνδεσης ανάμεσα στη χημική δομή και τις επιδράσεις ενός φαρμάκου. Αυτό προφανώς δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει εύκολα και απαιτεί ειδικούς γιατρούς-χημικούς. Αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη χημική δομή και τη δράση ενός φαρμάκου, τότε υπάρχει βάση για να γίνουν κλινικές δοκιμές. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτό θα πρέπει να αποφευχθεί. Αυτό ουσιαστικά πέτυχε και η παρούσα μελέτη η οποία πρακτικά κατάφερε να αποδείξει ότι τα φάρμακα που δεν προκαλούν φωσφολιπιδίωση δεν είναι αποτελεσματικά, χωρίς να χρειαστεί να γίνουν κλινικές δοκιμές.