Το ανοσοποιητικό σύστημα διαθέτει έναν ειδικό μηχανισμό μέσω του οποίου μπορεί να προστατεύσει τα παιδιά από τα νέα παθογόνα. Στο μηχανισμό αυτό αποδίδονται πιθανώς τα χαμηλότερα ποσοστά σοβαρής νόσησης από COVID-19 που παρατηρούνται σήμερα σε αυτό τον πληθυσμό.

Στα παιδιά, η δράση του ανοσοποιητικού συστήματος στους βλεννογόνους των αεραγωγών είναι πολύ εντονότερη σε σχέση με τους ενήλικες. Κατά συνέπεια, μπορεί να ανταποκριθεί πολύ ταχύτερα σε παθογόνα που δεν έχει συναντήσει ξανά στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα ο SARS-CoV-2.

Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Biotechnology. Στα πλαίσια της έρευνάς τους, οι επιστήμονες εξέτασαν τους κυτταρικούς τύπους στο βλεννογόνο παιδιών και εφήβων. Όπως διαπίστωσαν, τα παιδιά έχουν πολύ περισσότερα ανοσιακά κύτταρα σε σχέση με τους εφήβους, ενώ μπορούν να παράγουν ταχύτερα ιντερφερόνες τύπου 1, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των ιών. Οι ιντερφερόνες τύπου 1 παίζουν σημαντικό ρόλο στην COVID-19, καθώς μπορούν να αποτρέψουν την υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, η οποία ενοχοποιείται για αρκετά περιστατικά σοβαρής νόσησης από τον ιό.

Αντιμετωπίζουν Ταχύτερα τον Ιό

Η άμυνα του οργανισμού απέναντι στους ιούς λειτουργεί σε 2 επίπεδα. Αρχικά έχουμε την αντιιική απόκριση μέσω υποδοχέων στα κύτταρα που μολύνονται, η οποία επάγει την παραγωγή ιντερφερονών. Το δεύτερο επίπεδο αφορά τα ανοσιακά κύτταρα στους διάφορους ιστούς, όπως για παράδειγμα τα φυσικά κύτταρα φονείς και τα ουδετερόφιλα. Η παρούσα μελέτη ουσιαστικά έδειξε ότι και οι δύο παραπάνω μηχανισμοί λειτουργούν καλύτερα στα παιδιά. Οι επιστήμονες ανέλυσαν σχεδόν 270.000 κύτταρα σε δείγματα ρινικού βλεννογόνου που είχαν λάβει από εθελοντές ηλικίας 4 εβδομάδων έως 77 ετών. Περίπου το 50% από αυτούς είχαν θετικές εξετάσεις για την COVID-19.

Από τα δείγματα αυτά διαπιστώθηκε επίσης ότι τα κύτταρα στα παιδιά παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες ανοσιακών υποδοχέων που αναγνωρίζουν τους ιούς και ενεργοποιούν την ανοσιακή απόκριση. Ένας από αυτούς τους υποδοχείς είναι το MDA5. Ο υποδοχέας αυτός μπορεί να αναγνωρίσει το «ξένο» RNA, όπως για παράδειγμα αυτό του SARS-CoV-2. Παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ιντερφερονών τύπου 1, μόρια που θεωρούνται απαραίτητα για την απόκριση της φυσικής ανοσίας στην αντιμετώπιση των ιών. Οι ιντερφερόνες αυτές ενεργοποιούν επίσης τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και αυξάνουν την ικανότητά τους να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των ιών.

Ο SARS-CoV-2 φέρει δικές του πρωτεΐνες οι οποίες έχουν ως στόχο να περιορίσουν την παραγωγή ιντερφερονών. Καθώς ο ιός πολλαπλασιάζεται πολύ γρήγορα στα κύτταρα, ο αριθμός των πρωτεϊνών αυτών αυξάνεται επίσης με μεγάλη ταχύτητα. Κατά συνέπεια, σε αρκετούς ασθενείς οι πρωτεΐνες έχουν καταφέρει να περιορίσουν σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή ιντερφερονών και την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος που συνδέεται με αυτές.

Ο Διπλός Ρόλος των Ιντερφερονών

Σε καλλιέργειες επιθηλιακών κυττάρων του πνεύμονα, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν αν τα υψηλότερα επίπεδα των MDA5 (αντίστοιχα με αυτά που παρατηρούνται στα παιδιά), μπορούν να διατηρήσουν την απόκριση των ιντερφερονών. Οι ενήλικες έχουν πολύ χαμηλότερα επίπεδα των παραπάνω υποδοχέων, επομένως στο ενδεχόμενο μίας νέας λοίμωξης θα πρέπει να τους δημιουργήσουν και πάλι από την αρχή. Το γεγονός αυτό προφανώς χρειάζεται χρόνο, τον οποίο ο SARS-CoV-2 μπορεί να χρησιμοποιήσει για να αναστείλει το σύστημα σηματοδότησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Στα παιδιά, αυτό συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια καθώς, όπως προαναφέρθηκε, έχουν υψηλότερα επίπεδα των υποδοχέων MDA5. Μάλιστα, οι επιστήμονες κατάφεραν να δείξουν ότι ο ιός SARS-CoV-2 πολλαπλασιάζεται πολύ πιο αργά στα παιδιά και επομένως δεν μπορεί να περιορίσει την παραγωγή ιντερφερονών.

Ωστόσο, η δράση των ιντερφερονών δεν περιορίζεται μόνο στη σηματοδότηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι ιντερφερόνες τύπου 1 έχουν αρκετούς ρόλους στη γενικότερη ανοσιακή απόκριση. Αν τα επίπεδά τους είναι χαμηλά κατά τη διάρκεια της COVID-19 λοίμωξης, η ανοσιακή απόκριση μπορεί να ενταθεί υπερβολικά, όπως έχουν δείξει διάφορες μελέτες. Η εξάπλωση του ιού προκαλεί βλάβες στους ιστούς, οι οποίες με τη σειρά τους κάνουν το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίσει τα παθογόνα με μεγαλύτερη ισχύ.

Εξ’ αιτίας της απουσίας των ιντερφερονών τύπου 1, ωστόσο, η ανοσιακή απόκριση συνεχίζει να διογκώνεται με αποτέλεσμα να γίνεται επιβλαβής για τον οργανισμό. Ως αποτέλεσμα προκαλεί εκτεταμένες βλάβες στους ιστούς του πνεύμονα. Άλλες έρευνες έχουν αναδείξει επίσης το ρόλο των ιντερφερονών στον παραπάνω μηχανισμό, δείχνοντας παράλληλα ότι οι ασθενείς που έχουν γονιδιακές ανωμαλίες στην απόκριση των ιντερφερονών τύπου 1, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από την COVID-19.

Τα Παιδιά Μπορεί να Νοσήσουν Σοβαρά

Στα παιδιά, τα υψηλά επίπεδα των υποδοχέων MDA5 μπορούν να αντισταθμίσουν συνήθως τις επιδράσεις του SARS-CoV-2 στην παραγωγή ιντερφερονών. Δηλαδή, οι υποδοχείς αναγνωρίζουν άμεσα τον ιό και αρχίζουν τη μαζική παραγωγή ιντερφερονών, πριν ο SARS-CoV-2 αρχίσει να παράγει τις πρωτεΐνες του που παρεμβαίνουν στον παραπάνω μηχανισμό.

Ωστόσο, αν το σύστημα ιντερφερονών σε ένα παιδί δυσλειτουργεί (συνήθως για λόγους κληρονομικότητας) η προστατευτική δράση του παραπάνω συστήματος φθίνει. Το γεγονός αυτό μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί ένας μικρός αριθμός παιδιών ή εφήβων τελικά θα παρουσιάσει συμπτώματα από τον ιό.

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το 2ο επίπεδο της ανοσιακής απόκρισης. Τα κύτταρα που εμπλέκονται στην απόκριση αυτή, όπως για παράδειγμα τα φυσικά κύτταρα φονείς, βρίσκονται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες. Προφανώς, το γεγονός αυτό μειώνει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης, καθώς είναι ευκολότερο τα κύτταρα αυτά να αντιμετωπίσουν τον ιό αν βρίσκονται ήδη εκεί, παρά αν μεταναστεύσουν από διαφορετικές περιοχές του οργανισμού.

Γιατί οι Ενήλικες Κινδυνεύουν Περισσότερο

Τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης δείχνουν συνολικά ότι το ανοσοποιητικό σύστημα στα παιδιά είναι ικανό να αντιμετωπίσει τους ιούς ιδιαίτερα αποτελεσματικά την πρώτη φορά που τους συναντά. Κατά συνέπεια, στις πανδημίες από ιούς, τα παιδιά είναι συνήθως περισσότερο προστατευμένα από τους ενήλικες, κάτι που διαπιστώθηκε και στην πανδημία της Ισπανικής γρίπης το 1918. Οι ενήλικες, αντιθέτως, βασίζονται περισσότερο στην απόκριση της επίκτητης ανοσίας για την αντιμετώπιση των παθογόνων. Αυτή βασίζεται κυρίως στην παραγωγή αντισωμάτων και Τ λεμφοκυττάρων, τα οποία είναι ειδικά για κάθε παθογόνο και παράγονται μερικές ημέρες μετά από τη μόλυνση με τον ιό.

Το γεγονός αυτό καθιστά τους ενήλικες σχετικά ευάλωτους σε νεοεμφανιζόμενα παθογόνα. Αυτό έχει αποδειχθεί σήμερα και με την COVID-19, όπως φαίνεται από τα ποσοστά σοβαρής νόσησης και θανάτου, τα οποία παρουσιάζουν εκθετική αύξηση με την ηλικία.

Γιατί όμως μόνο τα παιδιά είναι προστατευμένα από τα νεότερα παθογόνα; Αυτό αποδίδεται σε διάφορους λόγους, σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης. Αν όλοι οι ενήλικες είχαν επίσης ενεργοποιημένο τον παραπάνω μηχανισμό, τότε θα υπήρχε μεγάλη πίεση εξελικτικής επιλογής στα παθογόνα και ως αποτέλεσμα θα είχαμε πιο επικίνδυνα παθογόνα. Όπως υποστήριξαν, το σύστημα σηματοδότησης των ιντερφερονών έχει σημαντικές επιδράσεις στη γενετική δραστηριότητα του κυττάρου.  Κατά συνέπεια, αν ήταν συνεχώς ενεργοποιημένο, θα υπήρχαν μαζικές αλλαγές στη δραστηριότητα των κυττάρων, αλλά και στον οργανισμό ως σύνολο.

Προφανώς, το παραπάνω πρόβλημα δεν είναι σε καμία περίπτωση θεωρητικό. Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι ασθενείς με συγγενή υπερενεργοποίηση του συστήματος των ιντερφερονών συνήθως παρουσιάζουν σοβαρότερη νόσηση από τα φλεγμονώδη νοσήματα. Κατά συνέπεια, οι αντιιικές δράσεις των ιντερφερονών θα πρέπει να ρυθμίζονται προσεκτικά από τον οργανισμό. Όπως προαναφέρθηκε, ο ιός SARS-CoV-2 μπορεί να παρέμβει στο παραπάνω σύστημα, απενεργοποιώντας το, αποσυντονίζοντας έτσι το σύνολο του ανοσοποιητικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, αρκεί να γνωρίζουμε ότι στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, τουλάχιστον, είμαστε αρκετά προστατευμένοι από τους ιούς.