Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έχει διαπιστωθεί ότι ορισμένοι ασθενείς διατρέχουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης ή θανάτου από την COVID-19. Ο διαβήτης τύπου 2, μία νόσος που επηρεάζει σήμερα πάνω από το 10% του πληθυσμού στο δυτικό κόσμο, αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από τον ιό SARS-CoV-2. Σε ποιους παράγοντες αποδίδεται, ωστόσο, η παραπάνω σύνδεση;

Σύμφωνα με τους επιστήμονες μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences, ένας από τους παράγοντες που ενοχοποιείται είναι το ένζυμο SETDB2. Το ένζυμο αυτό έχει συνδεθεί στο παρελθόν και με το μειωμένο ρυθμό επούλωσης των φλεγμονωδών τραυμάτων στους διαβητικούς ασθενείς. Οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης θέλησαν να εξετάσουν τη σύνδεση του ενζύμου αυτού με την ανεξέλεγκτη φλεγμονή που παρατηρείται σε αρκετούς ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ.

Εξετάζοντας αρχικά ένα μοντέλο πειραματοζώων με COVID-19, διαπίστωσαν ότι στα διαβητικά ποντίκια που είχαν μολυνθεί με τον ιό, τα επίπεδα του SETDB2 ήταν μειωμένα στα ανοσιακά κύτταρα που εμπλέκονται στην ανοσιακή απόκριση (μακροφάγα). Ακολούθως επιβεβαίωσαν τις παρατηρήσεις τους και σε ανθρώπους ασθενείς COVID-19.

Τόσο στα μοντέλα πειραματοζώων όσο και στις κλινικές δοκιμές με ανθρώπους εθελοντές, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι όσο τα επίπεδα του SETDB2 έπεφταν, τόσο αυξανόταν η φλεγμονή. Επιπλέον, παρατήρησαν ότι η οδός σηματοδότησης JAK1/STAT3 ρυθμίζει τα επίπεδα του SETDB2 κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Συνολικά, τα παραπάνω αποτελέσματα αναδεικνύουν μία νέα πιθανή θεραπευτική προσέγγιση. Προηγούμενες μελέτες από την ίδια επιστημονική ομάδα είχαν δείξει ότι οι ιντερφερόνες, μία κατηγορία κυτταροκινών που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανοσία για τους ιούς, αυξάνουν τα επίπεδα του SETDB2 για την επούλωση των τραυμάτων. Στην παρούσα μελέτη, παρατήρησαν ότι ο ορός αίματος διαβητικών ασθενών που νοσηλεύτηκαν στη ΜΕΘ για COVID-19 είχε μειωμένα επίπεδα ιντερφερόνης β, συγκριτικά με τους ασθενείς χωρίς διαβήτη.

«Οι ιντερφερόνες έχουν εξεταστεί εκτενώς ως πιθανή θεραπεία από την αρχή της πανδημίας, ωστόσο ακόμα δεν είναι σαφές αν θα πρέπει να αυξήσουμε ή να περιορίσουμε τα επίπεδά τους. Η εκτίμησή μου είναι ότι αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με τον κάθε ασθενή, καθώς και το στάδιο της λοίμωξης», αναφέρει ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

Θέλοντας να εξετάσουν τη θεωρία τους, οι επιστήμονες χορήγησαν ιντερφερόνη β σε διαβητικά ποντίκια με COVID-19 και διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα του SETDB2 αυξήθηκαν, ενώ τα επίπεδα των φλεγμονωδών κυτταροκινών μειώθηκαν.

Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, αυτή τη στιγμή προσπαθούν να εξετάσουν ποιοι παράγοντες ρυθμίζουν τα επίπεδα του SETDB2, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει τα επίπεδα αρκετών φλεγμονωδών κυτταροκινών που αυξάνονται στην COVID-19, όπως η IL-1β, o TNF-α και η IL-6.

Προς το παρόν φαίνεται ότι η ιντερφερόνη αποτελεί ένα από τα κύρια ρυθμιστικά μόρια για το SETDB2, με την οδό σηματοδότησης JAK1/STAT3 να παίζει επίσης κάποιο ρόλο. Η ιντερφερόνη επηρεάζει και τα δύο παραπάνω, γεγονός που δείχνει ότι μπορεί να αυξήσει άμεσα τα επίπεδα του SETDB2.

Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ανοίγει νέες προσεγγίσεις για την αύξηση των επιπέδων του παραπάνω ενζύμου.

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι οι παρατηρήσεις τους θα οδηγήσουν σε νέες έρευνες, αλλά και κλινικές δοκιμές που θα εξετάσουν τις ιντερφερόνες ως θεραπεία για την COVID-19. Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι κυτταρικές θεραπείες θα πρέπει να προσαρμόζονται κατάλληλα ανάλογα με τα χρόνια νοσήματα των ασθενών, ιδιαίτερα αν πάσχουν από διαβήτη.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι αν χορηγήσουμε ιντερφερόνες στους διαβητικούς ασθενείς νωρίς στην πορεία της λοίμωξης, μπορούμε να βελτιώσουμε σημαντικά την πρόγνωσή τους», καταλήγει η μελέτη.