Τα υψηλότερα επίπεδα ανοσίας για την COVID-19 παρατηρούνται ακριβώς 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της 2ης δόσης των εμβολίων. Στο σημείο αυτό θεωρούμαστε πλέον πλήρως εμβολιασμένοι, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να μολυνθούμε από τον SARS-CoV-2.

Οι λοιμώξεις με τον ιό σε εμβολιασμένα άτομα έχουν ορισμένες διαφορές σε σχέση με αυτές που παρατηρούνται σε ασθενείς που δεν έχουν εμβολιαστεί. Σύμφωνα με τη μελέτη COVID Symptom Study, τα 5 συχνότερα συμπτώματα σε εμβολιασμένους ασθενείς που μολύνθηκαν με τον ιό είναι η κεφαλαλγία, η ρινική καταρροή, το φτέρνισμα, ο πονόλαιμος και η ανοσμία.

Ορισμένα από τα παραπάνω συμπτώματα θα εμφανιστούν και σε άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί. Συγκεκριμένα, τρία από τα συχνότερα συμπτώματα στους ανεμβολίαστους είναι επίσης η κεφαλαλγία, ο πονόλαιμος και η ρινική καταρροή. Ωστόσο, τα άλλα δύο συχνότερα συμπτώματα σε αυτή την ομάδα ασθενών είναι ο πυρετός και ο βήχας. Τα δύο αυτά «κλασικά» συμπτώματα είναι πολύ πιο σπάνια σε όσους έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους για την COVID-19. Μία έρευνα διαπίστωσε μάλιστα ότι οι ασθενείς που εμβολιάστηκαν και μολύνθηκαν με τον ιό SARS-CoV-2 έχουν 58% μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουν πυρετό συγκριτικά με αυτούς που δεν έχουν εμβολιαστεί.

Ο εμβολιασμός μπορεί επίσης να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο νοσηλείας, τον αριθμό των συμπτωμάτων, καθώς και τον κίνδυνο long COVID στο ενδεχόμενο μίας λοίμωξης COVID-19. Το παραπάνω φαινόμενο αποδίδεται πιθανώς στο μειωμένο ιικό φορτίο στα άτομα που έχουν εμβολιαστεί, ωστόσο αυτό ακόμα δεν έχει αποδειχθεί.

Ποιοι Παράγοντες Αυξάνουν τον Κίνδυνο Λοίμωξης στους Εμβολιασμένους;

Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι περίπου το 0.2% των ατόμων που έχουν εμβολιαστεί θα νοσήσει τελικά από τον ιό. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό μπορεί να διαφοροποιείται για κάθε άτομο και εξαρτάται από 4 παράγοντες.

Το Είδος του Εμβολίου

Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας είναι το είδος του εμβολίου που κάναμε και η αποτελεσματικότητά του. Η αποτελεσματικότητα ουσιαστικά αναφέρεται στο μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουμε συμπτώματα από τον ιό συγκριτικά με ένα άτομο που δεν έχει εμβολιαστεί.

Οι κλινικές δοκιμές που είχαν γίνει για την έγκριση των εμβολίων είχαν δείξει ότι το εμβόλιο της Moderna έχει αποτελεσματικότητα 94%, το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech 95%, το εμβόλιο της Johnson & Johnson 66% και το εμβόλιο της AstraZeneca 70%.

Ο Χρόνος που έχει Περάσει από τον Εμβολιασμό

Προφανώς, τα παραπάνω ποσοστά δεν μας δίνουν μία πλήρη εικόνα. Είναι πλέον σαφές ότι ο χρόνος που έχει περάσει από τον εμβολιασμό αποτελεί σημαντικό παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο μόλυνσης με τον ιό, γι’ αυτό και σήμερα έχουν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις για ενισχυτικές δόσεις των εμβολίων.

Πρώιμα δεδομένα έχουν δείξει ότι η προστασία από το εμβόλιο της Pfizer περιορίζεται αρκετά 6 μήνες μετά τον εμβολιασμό. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και μία προδημοσίευση από το Ισραήλ. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε ακόμα τι συμβαίνει μετά τους 6 μήνες, ωστόσο είναι πιθανό η ανοσία να φθίνει ακόμα περισσότερο.

Τα Νεότερα Στελέχη

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τον κίνδυνο λοίμωξης είναι το στέλεχος του ιού στο οποίο θα εκτεθούμε. Τα ποσοστά αποτελεσματικότητας που αναφέρθηκαν προηγουμένως αφορούν κυρίως το στέλεχος του SARS-CoV-2 που κυκλοφόρησε στην αρχή της πανδημίας.

Κατά συνέπεια, η αποτελεσματικότητα των εμβολίων μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με το κάθε στέλεχος. Συγκεκριμένα, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου της Pfizer είναι 93% ενάντια στο στέλεχος Άλφα, ενώ ενάντια στο στέλεχος Δέλτα είναι κάτω από 88%. Αντίστοιχη είναι η μείωση της αποτελεσματικότητας και για τα υπόλοιπα εμβόλια.

Τα παραπάνω δεδομένα συμφωνούν και με τις παρατηρήσεις της COVID Symptom Study. Όπως διαπίστωσε η τελευταία, 2-4 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της 2ης δόσης του εμβολίου της Pfizer, η αποτελεσματικότητα του τελευταίου είναι 87% για το στέλεχος Δέλτα, ενώ 4-5 μήνες αργότερα, περιορίζεται στο 77%.

Το Ανοσοποιητικό Σύστημα

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα παραπάνω ποσοστά αντιπροσωπεύουν τη μέση μείωση του κινδύνου στο γενικό πληθυσμό. Προφανώς, ο κίνδυνος μόλυνσης εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την υγεία του ανοσοποιητικού συστήματος ή την πιθανότητα έκθεσης στον ιό από την εργασία μας.

Η υγεία του ανοσοποιητικού συστήματος τυπικά φθίνει με την ηλικία. Ορισμένα χρόνια νοσήματα μπορεί επίσης να επηρεάσουν την απόκρισή μας στον εμβολιασμό. Οι ηλικιωμένοι, καθώς και οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς μπορεί, επομένως, να έχουν μειωμένα επίπεδα αντισωμάτων μετά τη χορήγηση του εμβολίου ή αυτά μπορεί να φθίνουν ταχύτερα.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι οι περισσότερες ευπαθείς ομάδες έκαναν άμεσα τα εμβόλια ότι έγιναν διαθέσιμα στον κοινό, επομένως έχει περάσει αρκετός χρόνος από τον εμβολιασμό τους.

Θα Πρέπει να Ανησυχούμε για το Ενδεχόμενο μίας Μόλυνσης;

Τα εμβόλια μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο COVID-19, ενώ η αποτελεσματικότητά τους είναι ακόμα υψηλότερη για τη νοσηλεία ή το θάνατο από τον ιό.

Ωστόσο, καθώς ακούμε σχεδόν καθημερινά για περιστατικά λοιμώξεων σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί, αρκετοί ανησυχούν ότι στο μέλλον θα υπάρχουν περισσότερες λοιμώξεις σε εμβολιασμένα άτομα, εφόσον πράγματι η αποτελεσματικότητα των εμβολίων φθίνει. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετές χώρες έχουν ήδη ξεκινήσει τη χορήγηση ενισχυτικών δόσεων σε ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες για την COVID-19.