Αρκετούς μήνες μετά το 1ο περιστατικό της COVID-19, γνωρίζουμε πλέον με βεβαιότητα ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ατόμων που μεταδίδουν τον ιό, το κάνουν εν αγνοία τους, καθώς δεν παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα από αυτόν.

Η δυσκολία στο διαχωρισμό των ασυμπτωματικών φορέων από αυτούς που βρίσκονται ακόμα στην προσυμπτωματική φάση της λοίμωξης έχει καταστήσει δύσκολο να εξακριβωθούν τα πραγματικά ποσοστά νόσησης και θανάτου από τον ιό.

Μία νέα ανάλυση από τις ΗΠΑ που εξέτασε περισσότερες από 350 μελέτες προσφέρει σημαντικά δεδομένα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τον παραπάνω κίνδυνο. Η ανάλυση δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PNAS και δείχνει ότι το 35% περίπου των ασθενών που μολύνονται με τον ιό, δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα από τον τελευταίο.

Πρώιμα δεδομένα είχαν δείξει ότι το ποσοστό των ασυμπτωματικών φορέων του ιού μπορεί να κυμαίνεται από το 4% μέχρι και το 81%. Τους ακόλουθους μήνες, δεδομένα είχαν δείξει ότι περισσότερο από το 20% των ασθενών που μολύνονται με τον ιό, μπορεί να τον μεταδίδουν χωρίς να παρουσιάζουν συμπτώματα.

Ωστόσο, ο ακριβής προσδιορισμός του παραπάνω ποσοστού είναι δυσκολότερος απ’ όσο πιστεύουμε. Αυτό συμβαίνει γιατί ένας άνθρωπος που δεν έχει πυρετό, ανοσμία, πονόλαιμο, μυαλγίες ή βήχα, δεν έχει λόγο να κάνει διαγνωστικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2.

Μία από τις πλέον απλές προσεγγίσεις για την εκτίμηση του επιπολασμού μίας λοίμωξης σε ένα πληθυσμό είναι να εξετάσουμε ένα τυχαίο δείγμα του πληθυσμού, ανεξαρτήτως κατάστασης της υγείας.

Ωστόσο, η αδυναμία της προσέγγισης αυτής είναι το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που δεν έχει συμπτώματα όταν εξετάζεται, μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα αργότερα. Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στους ασυμπτωματικούς και τους προσυμπτωματικούς φορείς.

Ένας παράγοντας που δημιουργεί ακόμα περισσότερες δυσκολίες είναι το γεγονός ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να προκαλέσει αρκετά διαφορετικά συμπτώματα, ορισμένα από τα οποία ακόμα είναι άγνωστα. Η βιβλιογραφική αναδρομή σε προηγούμενες μελέτες προκειμένου να διαπιστωθεί ποιοι φορείς παρουσίασαν τελικά συμπτώματα, αποτελεί επίσης πρόκληση.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της παρούσας μελέτες, οι περισσότερες μελέτες που είχαν επιχειρήσει να ξεπεράσουν τα παραπάνω προβλήματα δεν είχαν κάνει προσαρμογή για την αυξημένη πιθανότητα ενός ατόμου να κάνει εξετάσεις αν έχει συμπτώματα, ενώ δεν είχαν και επαρκή δεδομένα για να διαπιστώσουν αν οι φορείς παρουσίασαν συμπτώματα αργότερα.

Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των ασυμπτωματικών φορέων που είχε εκτιμηθεί μέχρι σήμερα είναι κατά πάσα πιθανότητα μικρότερος από τον πραγματικό.

Θέλοντας να ξεπεράσουν τα παραπάνω προβλήματα, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης έκαναν 2 ξεχωριστές συστηματικές μετα-αναλύσεις στις οποίες εξετάστηκαν έρευνες με εργαστηριακά επιβεβαιωμένα περιστατικά COVID-19.

Στην πρώτη μετα-ανάλυση εξετάστηκαν μόνο έρευνες με επαρκή διάρκεια παρακολούθησης έτσι ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί ποιο ποσοστό των ασθενών παρουσίασε συμπτώματα αργότερα. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής έδειξαν ότι το 35.1% των ασθενών που έχουν θετικές εξετάσεις για τον ιό δεν παρουσιάζουν τελικά κανένα σύμπτωμα από τη λοίμωξη.

Στη δεύτερη μετα-ανάλυση εξετάστηκαν έρευνες που είχαν ξεχωρίσει τα ασυμπτωματικά περιστατικά κατά την αρχική διάγνωση, ενώ είχαν κάνει αργότερα και επανεκτίμηση των περιστατικών. Στην ανάλυση αυτή το ποσοστό των ασυμπτωματικών φορέων ήταν 36.9%.

Καθώς τα δύο ποσοστά είναι παρόμοια, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι η μέθοδός τους ήταν σωστή και κατάφερε να επιβεβαιώσει ότι ο αριθμός των ασυμπτωματικών φορέων είχε πράγματι υποτιμηθεί. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι αναλύσεις είχαν ορισμένες ατέλειες, το ποσοστό των ασυμπτωματικών φορέων αποκλείεται να είναι κάτω από 25% στη χειρότερη περίπτωση.

Εξετάζοντας αποκλειστικά την παρουσία συμπτωμάτων κατά την 1η εξέτασή τους στη θετική διάγνωση με τον ιό, περίπου το 40% των εθελοντών δεν είχαν κανένα σύμπτωμα.

Στο μέλλον, η δημοσίευση και άλλων ερευνών μπορεί να μας δώσει μία πιο καθαρή εικόνα σχετικά με το πραγματικό ποσοστό των ασυμπτωματικών φορέων.