Τόσο οι βιολογικοί παράγοντες όσο και τα φάρμακα μεσαλαμίνη και σουλφασαλαζίνη που χρησιμοποιούνται στους ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης ή νοσηλείας από COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της μελέτης SECURE-IDB.

Κανένας κίνδυνος δεν παρατηρήθηκε επίσης και για άλλα φάρμακα όπως οι ανταγωνιστές του TNF-α και η μεθοτρεξάτη. Κανένα από τα φάρμακα αυτά δεν συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας ή/και θανάτου, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες στο επιστημονικό περιοδικό Gastroenterology.

Μία συγκεκριμένη θεραπεία, ο συνδυασμός ανταγωνιστών του TNF και της θειοπουρίνης συνδέθηκε με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο νοσηλειών και θανάτων από COVID-19, όχι όμως και σοβαρής νόσησης από τον ιό, όπως εξήγησαν.

Προηγούμενες αναλύσεις της βάσης SECURE-IBD είχαν διαπιστώσει ότι ο συνδυασμός μεσαλαμίνης/σουλφασαλαζίνης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από την COVID-19, ανέφεραν οι επιστήμονες.

«Το αποτέλεσμα αυτό προκάλεσε έκπληξη στην παγκόσμια κοινότητα των γαστρεντερολόγων, καθώς τα 5-ASA [5-αμινοσαλικυκλικό οξύ/μεσαλαμίνη] θεωρείται ασφαλές φάρμακο που δεν προκαλεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες», τόνισαν.

Οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης μπορούν ενδεχομένως να αποδοθούν και στο γεγονός ότι τελευταία αναφέρονται πιο ήπια περιστατικά, κάτι που σίγουρα έχει επηρεάσει τα αποτελέσματα.

Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες εξέτασαν 6.114 ασθενείς από τη βάση δεδομένων SECURE-IBD, τους οποίους χώρισαν σε ομάδες και εκτίμησαν την πορεία κάθε ομάδας. Τα φάρμακα που εξετάστηκαν ήταν οι θειοπουρίνες (αζαθειοπρίνη, 6-μερκαπτοπουρίνη), η μεσαλαμίνη και η σουλφασαλαζίνη, η ιντερλευκίνη (IL)-12/23 και οι ανταγωνιστές του TNF, τα συστηματικά κορτικοστεροειδή, η βουδεσονίδη, η τοφασιτινίμπη, η μεθοτρεξάτη, η ουστεκινουμάμπη και οι ανταγωνιστές της ιντεγκρίνης.

Τα κύρια σημεία που εξετάστηκαν ήταν η σύνδεση κάθε φαρμάκου με τον κίνδυνο νοσηλείας, σοβαρής νόσησης και θανάτου από COVID-19.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 40, ενώ η αναλογία ανδρών και γυναικών ήταν περίπου 1:1. Το 57% των ασθενών είχαν νόσο του Crohn, ενώ η πλειοψηφία των ασθενών (71%) δεν είχε άλλες συννοσηρότητες.

Στην έρευνα καταγράφηκαν συνολικά 27 θάνατοι, εκ των οποίων 14 σε αυτούς που έπαιρναν ανταγωνιστές του TNF, 8 σε αυτούς που έπαιρναν ανταγωνιστές της ιντεγκρίνης και 5 σε αυτούς που έπαιρναν ανταγωνιστές της IL-12/23.

Οι ανταγωνιστές της IL-12/23 καθώς και οι ανταγωνιστές της ιντεγκρίνης συνδέθηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρής COVID-19.

«Ο παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης ουσιαστικά δείχνουν ότι τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σοβαρής COVID-19, κάτι που ωστόσο δεν παρατηρήθηκε με τους βιολογικούς παράγοντες, οι οποίοι συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο», ανέφερε η Dana Jeremy Lukin, MD, PhD, μία επιστήμονας που δεν συμμετείχε στην έρευνα.

Κατά συνέπεια, από τα δεδομένα της μελέτης είναι σαφές ότι οι ασθενείς που παίρνουν βιολογικούς παράγοντες ή άλλα τροποποιητικά της νόσου φάρμακα θα πρέπει να συνεχίσουν κανονικά τη θεραπεία τους, εξήγησε η Lukin.

Η μελέτη SECURE-IBD συνεχίζεται και αναμένεται να μας δώσει περισσότερα δεδομένα στη συνέχεια της πανδημίας.