Στη μεγαλύτερη συστηματική μελέτη και μετα-ανάλυση του είδους της, μία ομάδα επιστημόνων διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με ψυχιατρικά νοσήματα έχουν διπλάσια πιθανότητα να νοσηλευτούν ή να καταλήξουν από COVID-19 συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν πάσχουν από τις παραπάνω νόσους.

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης, η οποία εξέτασε συνολικά 33 μελέτες από 22 χώρες, δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Lancet Psychiatry. Στις μελέτες αυτές συμμετείχαν συνολικά 1.469.731 εθελοντές με COVID-19, εκ των οποίων οι 43.938 είχαν και κάποια ψυχιατρική διαταραχή. Όπως διαπιστώθηκε, οι ασθενείς με ψυχωσικές διαταραχές και διαταραχές της διάθεσης, καθώς και οι ασθενείς που έπαιρναν αντιψυχωσικά ή αγχολυτικά φάρμακα ήταν αυτοί που διέτρεχαν τον υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από COVID-19. Οι ασθενείς με διαταραχές κατάχρησης ουσιών είχαν επίσης αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας για COVID-19.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, από τα αποτελέσματά τους φαίνεται ότι θα πρέπει ίσως να δοθεί προτεραιότητα στον εμβολιασμό των ασθενών με σοβαρά ψυχιατρικά νοσήματα, νοητική υστέρηση ή καταχρήσεις ουσιών.

«Εδώ και αρκετό καιρό η ομάδα μου συνεργασία με αρκετούς άλλους οργανισμούς ψυχικής υγείας, υποστηρίζει ότι οι ασθενείς με ψυχιατρικά νοσήματα θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα στον εμβολιασμό για την COVID-19. Ωστόσο, η έλλειψη δεδομένων υψηλής ποιότητας σχετικά με τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου σε αυτούς τους ασθενείς είχε σταθεί εμπόδιο στην εφαρμογή του παραπάνω μέτρου. Σε αρκετές χώρες, το αίτημά μας είχε απορριφθεί καθώς το υπουργείο υγείας υποστήριξε ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι οι ψυχιατρικοί ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο COVID-19. Η έρευνά μας προσφέρει τα απαραίτητα δεδομένα καθώς δείχνει ότι οι προϋπάρχουσες ψυχικές διαταραχές, καθώς και η χρήση αντιψυχωσικών και αγχολτυτικών φαρμάκων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από COVID-19. Με τα νέα αυτά δεδομένα, είναι πλέον σαφές ότι οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα στον εμβολιασμό», τόνισε η επικεφαλής της έρευνας Dr Livia De Picker.

«Οι ασθενείς με ψυχωσικές διαταραχές είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από τον ιό, χωρίς ωστόσο να έχουν και αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας. Γνωρίζουμε ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν ορισμένες δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, γεγονός που πιθανώς συνέβαλε στα αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας. Εκτός από τον εμβολιασμό των ασθενών αυτών, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά στο ενδεχόμενο μίας λοίμωξης με τον ιό», πρόσθεσε.

Η έρευνα οργανώθηκε από το European College of Neuropsychopharmacology, ωστόσο έλαβαν μέρος επιστήμονες από όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με τους συντελεστές της μελέτης, είναι βέβαιο ότι θα πρέπει να γίνουν περεταίρω έρευνες προκειμένου να εξερευνήσουμε τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο COVID-19 σε αυτούς τους ασθενείς. Παρατήρησαν επίσης ότι η έναρξη αντιψυχωσικής ή αγχολυτικής αγωγής πριν τη μόλυνση με τον SARS-CoV-2 συνδέεται με χειρότερη πρόγνωση, κάτι που θα πρέπει να εξερευνηθεί επίσης από μελλοντικές μελέτες. Τα αντιψυχωσικά γνωρίζουμε σήμερα ότι αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, επηρεάζουν την ανοσιακή απόκριση και αλληλεπιδρούν με φάρμακα που εμπλέκονται στη θεραπεία της COVID-19. Οι βενζοδιαζεπίνες συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αναπνευστικών συμπτωμάτων, ενώ έχουν συνδεθεί και με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από όλα τα αίτια.