Τα αντισώματα που στοχεύουν διάφορα τμήματα του ανοσοποιητικού μας συστήματος ευθύνονται για τη σοβαρή νόσηση αρκετών ασθενών με COVID-19, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας μεγάλης μελέτης. Τα αντισώματα αυτά, γνωστά ως αυτοαντισώματα, βρίσκονται επίσης και σε ένα μικρό ποσοστό ατόμων που δεν πάσχουν από COVID-19, ενώ γνωρίζουμε ότι τα επίπεδά τους αυξάνονται με την ηλικία, γεγονός που μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Science Immunology και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τις παρατηρήσεις μίας προηγούμενης μελέτης από την ίδια επιστημονική ομάδα. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, περίπου το 10% των ασθενών που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από COVID-19 έχουν αυτοαντισώματα που στοχεύουν τις ιντερφερόνες τύπου 1, δηλαδή πρωτεϊνικά μόρια του αίματος που παίζουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των ιογενών λοιμώξεων.

Σύμφωνα με αρκετούς επιστήμονες, η προηγούμενη μελέτη που δημοσίευσε η επιστημονική ομάδα τον Οκτώβριο του 2020 σχετικά με το ρόλο των αυτοαντισωμάτων στην COVID-19 ήταν μία από τις σημαντικότερες που έχουν δημοσιευτεί στη διάρκεια της πανδημίας. Στη νέα τους μελέτη οι επιστήμονες εξέτασαν τη συχνότητα των αυτοαντισωμάτων στο γενικό πληθυσμό και προς έκπληξή τους διαπίστωσαν ότι είναι αρκετά κοινά, ιδιαίτερα σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας.

Η επιστημονική ομάδα εστίασε περισσότερο στα αυτοαντισώματα που μπορούν να εξουδετερώσουν ιντερφερόνες με σημαντικό ρόλο στην απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Για το σκοπό αυτό εξέτασαν 3.595 ασθενείς από 38 χώρες που εισήχθησαν στη ΜΕΘ με σοβαρή COVID-19. Το 13.6% των παραπάνω ασθενών είχε αυτοαντισώματα, με το ποσοστό να κυμαίνεται από 9.6% στους κάτω των 40 ετών μέχρι 21% στους άνω των 80. Αυτοαντισώματα ανιχνεύθηκαν επίσης στο 18% των ασθενών που κατέληξαν από τον ιό.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα αυτοαντισώματα αποτελούν αιτιολογικό παράγοντα και όχι συνέπεια της σοβαρής νόσησης από COVID-19. Η θεωρία τους αυτή βασίστηκε σε διάφορους λόγους. Αρχικά, πριν την πανδημία είχαν διαπιστώσει ότι περίπου 4 στους 1.000 υγιείς εθελοντές έχουν τα παραπάνω αντισώματα. Επιπλέον, οι ασθενείς με γενετικές μεταλλάξεις που παρεμβαίνουν στη δράση των ιντερφερονών τύπου 1 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από τον ιό.

Θέλοντας να εξερευνήσουν περισσότερο την παραπάνω σύνδεση, οι επιστήμονες εξέτασαν την παρουσία των αυτοαντισωμάτων σε δείγματα αίματος που είχαν λάβει πριν την πανδημία από 35.000 υγιείς εθελοντές. Όπως διαπίστωσαν, το 0.18% των εθελοντών ηλικίας 18-69 είχαν αντισώματα για τις ιντερφερόνες τύπου 1, με το ποσοστό αυτό να αυξάνεται με την ηλικία. Συγκεκριμένα, στις ηλικίες 70-79 το ποσοστό ήταν 1.1%, ενώ στους ασθενείς άνω των 80 ετών ήταν 3.4%.

«Είναι εμφανές ότι τα αυτοαντισώματα αυξάνονται με την ηλικία. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει σε κάποιο βαθμό τον αυξημένο κίνδυνο σοβαρής COVID-19 στους ηλικιωμένους», αναφέρουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους. Τόνισαν επίσης ότι οι παρατηρήσεις τους αναδεικνύουν το ρόλο των παραπάνω αντισωμάτων, επομένως τα νοσοκομεία θα πρέπει να εξετάζουν τους ασθενείς για την παρουσία τους, καθώς και για άλλες μεταλλάξεις που περιορίζουν τη δράση των ιντερφερονών τύπου 1. Με τον τρόπο αυτό θα είναι δυνατό να ξεχωρίσουν εγκαίρως τους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρά συμπτώματα, γεγονός που θα επιτρέψει στους γιατρούς να προσαρμόσουν τη θεραπεία τους κατάλληλα.

Καθώς το δείγμα ασθενών που εξέτασε η μελέτη είναι ιδιαίτερα μεγάλο (πάνω από 30.000 εθελοντές), τα αποτελέσματά της είναι αρκετά ισχυρά. Οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι ο ρόλος των αυτοαντισωμάτων θα πρέπει να εξεταστεί και σε άλλες ιογενείς λοιμώξεις. Η παρούσα επιστημονική ομάδα έχει ήδη αρχίσει να εξετάζει και την παρουσία άλλων αυτοαντισωμάτων που στοχεύουν διαφορετικά κομμάτια του ανοσοποιητικού συστήματος στους ασθενείς με COVID-19.