Η ποιότητα και διάρκεια του ύπνου είναι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο καρδιακής αρρυθμίας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης. Συγκεκριμένα, όπως διαπίστωσε η έρευνα, το υγιές πρόγραμμα ύπνου συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο τόσο κολπικής μαρμαρυγής όσο και βραδυαρρυθμίας.

Στη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the American College of Cardiology, συμμετείχαν συνολικά περισσότεροι από 400.000 εθελοντές.

«Τελευταία έχουν δημοσιευτεί αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι οι διαταραχές του ύπνου συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής αρρυθμίας», αναφέρει ο κύριος συγγραφέας της έρευνας Lu Qi, MD, PhD.

«Ωστόσο, οι προηγούμενες μελέτες είχαν εξετάσει μόνο τον ύπνο ενός ατόμου σε μία συγκεκριμένη νύχτα, χωρίς να λάβουν υπόψη τις επιδράσεις του ύπνου μακροπρόθεσμα. Προφανώς αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να εξεταστεί», πρόσθεσε ο Qi.

UK Biobank

Οι επιστήμονες, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Xiang Li, MD, PhD από το Tulane University, εξέτασαν το πρόγραμμα του ύπνου 403.187 εθελοντών που είχαν λάβει μέρος στη βάση δεδομένων UK Biobank, η οποία περιέχει πληροφορίες υγείας για περίπου 500.000 Βρετανούς.

ΟΙ εθελοντές συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με το πρόγραμμα του ύπνου τους. Η ποιότητα του ύπνου προσδιορίστηκε από μία σειρά παράγοντες, μεταξύ των οποίων ο χρονότυπος (ύπνος το πρωί ή το βράδυ), η διάρκεια του ύπνου, οι αϋπνίες, το ροχαλητό και η υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Κάθε παράγοντας αξιολογήθηκε με 1 αν συνδέεται με επιθυμητά χαρακτηριστικά για τον ύπνο και 0 αν αποτελεί παθολογική συμπεριφορά. Προκειμένου να προσδιορίσουν την ποιότητα του ύπνου συνολικά, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν το άθροισμα των παραπάνω παραγόντων.

Συγκεκριμένα, το σκορ 4-5 στην παραπάνω κλίμακα αντιστοιχεί σε γενικά υγιές πρόγραμμα και καλή ποιότητα ύπνου, το σκορ 2-3 σε μέτρια ποιότητα, ενώ το σκορ 1-0 σε κακή ποιότητα.

Όπως παρατήρησαν οι επιστήμονες, όσο χαμηλότερος ήταν ο αριθμός στην παραπάνω κλίμακα, τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής και βραδυαρρθμίας διέτρεχαν οι εθελοντές.

Εξετάζοντας τα δεδομένα και κάνοντας τις κατάλληλες αναλύσεις, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ο υγιής ύπνος συνδέεται με 29% μειωμένο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής ή κολπικού πτερυγισμού καθώς και 35% μειωμένο κίνδυνο βραδυαρρυθμίας.

Το παραπάνω αποτέλεσμα διατηρήθηκε ακόμα και μετά την προσαρμογή για δημογραφικούς, παράγοντες του τρόπου ζωής και γενετικούς παράγοντες κινδύνου.

Νέες Θεωρίες

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, οι Alan Kadish και Jason Jacobson από το New York Medical College υποστήριξαν ότι η παρούσα μελέτη αναδεικνύει όλα τα σημαντικά πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα που έχει μία μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη.

Το ισχυρότερο σημείο της μελέτης ήταν το μέγεθός της. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους επιστήμονες να αντλήσουν αρκετά ιατρικά και δημογραφικά δεδομένα προκειμένου να καταλήξουν σε ορισμένα συμπεράσματα.

«Το ισχυρό σημείο της παρούσας μελέτης είναι το μεγάλο δείγμα που εξέτασε», αναφέρουν οι επιστήμονες. «Ωστόσο, καθώς είχε και ορισμένες αδυναμίες, δεν μπορεί να αποδείξει τη σύνδεση ανάμεσα στον ύπνο και τις καρδιακές αρρυθμίες».

Για παράδειγμα, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, δεν γνωρίζουμε το είδος της κολπικής μαρμαρυγής, τη σοβαρότητα της βραδυαρρυθμίας, ή διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με τις αρρυθμίες γενικότερα.

Τόνισαν επίσης ότι η έρευνα δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος καθώς ήταν μία μελέτη παρατήρησης. Ακόμη, οι διαταραχές του ύπνου συνδέονται συχνά με άλλους παράγοντες, όπως το ψυχολογικό στρες, αρκετοί από τους οποίους έχουν συνδεθεί και στο παρελθόν με αρρυθμίες. Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται οι αρρυθμίες να αποδίδονται στους παραπάνω παράγοντες και όχι στις διαταραχές του ύπνου.

Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστήριξαν, οι μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες έχουν χρησιμότητα, αρκεί να ερμηνεύονται σωστά. Συχνά, από μία μελέτη αυτού του είδους θα αναδειχθεί μία σύνδεση, πάνω στην οποία μπορούμε να βασίσουμε μία νέα θεωρία. Η τελευταία θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες, καταλήγουν.