Το θωρακικό άλγος που νιώσατε στο απογευματινό σας περιπάτημα υποχώρησε όταν φτάσατε στο σπίτι. Ωστόσο, μία εβδομάδα αργότερα, καθώς μεταφέρατε τα ψώνια στη σκάλα, επανήλθε και είχε πάλι μικρή διάρκεια. Τα παραπάνω συμπτώματα αποτελούν ενδείξεις ότι πρέπει να επικοινωνήσετε με τον γιατρό σας για να διερευνηθεί η παρουσία στεφανιαίας νόσου.

Μία εξέταση που γίνεται για το σκοπό αυτό είναι το τεστ κόπωσης, γνωστό και ως δοκιμασία κόπωσης ή stress test. Πριν από περίπου 10 χρόνια, το τεστ κόπωσης γινόταν τυπικά σε όλους τους ηλικιωμένους ή μεσήλικες άνδρες, ανεξάρτητα από τα συμπτώματά τους. Ωστόσο σήμερα, η εξέταση αυτή γίνεται συνήθως σε ασθενείς με συμπτώματα που παραπέμπουν σε καρδιακές παθήσεις. Αυτό γενικά σημαίνει σταθερή στηθάγχη, δηλαδή θωρακικό άλγος που εμφανίζεται μετά από άσκηση ή σωματική καταπόνηση. Η στηθάγχη εμφανίζεται όταν ο καρδιακός μυς έχει μειωμένη αιμάτωση, κάτι που συμβαίνει συνήθως κατά τη διάρκεια της φυσικής άσκησης.

Στο τεστ κόπωσης χρησιμοποιείται ένα ηλεκτροκαρδιγράφημα που καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Οι αλλαγές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να είναι ενδεικτικές ανωμαλιών στη ροή του αίματος προς την καρδιά που προκαλούνται από έμφρακτα των καρδιακών αρτηριών ή άλλα προβλήματα της καρδιάς. Η εξέταση γίνεται επίσης συχνά πριν ξεκινήσει μία νέα θεραπεία για την καρδιά ή ένα νέο πρόγραμμα άσκησης.

Πρέπει να κάνω τεστ κόπωσης πριν αρχίσω ένα νέο πρόγραμμα άσκησης;

Στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει σαφής απάντηση. Εξαρτάται από τον κίνδυνο καρδιακής νόσου του κάθε ασθενούς καθώς και το είδος της άσκησης που θα ξεκινήσει. Για παράδειγμα, ένας άνδρας ηλικίας 60 ετών με διαβήτη και οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακών νόσων που θέλει να ξεκινήσει να βγάζει βόλτα το σκύλο του, μάλλον δεν χρειάζεται να κάνει τεστ κόπωσης. Αν ωστόσο σκοπεύετε να ξεκινήστε ένα πρόγραμμα έντονης άσκησης για απώλεια βάρους και δεν έχετε ασκηθεί για αρκετά χρόνια, τότε σίγουρα πρέπει να γίνει τεστ κόπωσης.

Στο Νοσοκομείο

Το τεστ κόπωσης γίνεται πάντοτε υπό την επίβλεψη γιατρού. Αρχικά, ο γιατρός εξετάζει το ιατρικό σας ιστορικό και κάνει ερωτήσεις σχετικά με τα καρδιακά συμπτώματα, όπως πότε εμφανίζονται και πόσο γρήγορα υποχωρούν. Μπορεί να σας κάνει επίσης ερωτήσεις σχετικά με προβλήματα στο ισχίο, τα γόνατα ή τους αγκώνες καθώς και αν χρησιμοποιείτε μπαστούνι βάδισης. Αν και οι περισσότερες εξετάσεις γίνονται σε διάδρομο, οι ασθενείς που έχουν προβλήματα βάδισης μπορεί να χρησιμοποιήσουν ποδήλατο. Μία άλλη εναλλακτική είναι ένα μηχάνημα εκγύμνασης των χεριών.

Στη συνέχεια θα τοποθετηθούν αρκετά μικρά αυτοκόλλητα επιθέματα στο θώρακα και στην κοιλιακή σας χώρα. Στους άνδρες μπορεί να χρειαστεί να γίνει ξύρισμα ορισμένων τριχών. Οι γυναίκες μπορούν να φορούν στηθόδεσμο καθώς τα επιθέματα τοποθετούνται κάτω και πάνω από το στήθος. Κάθε επίθεμα συνδέεται με ένα καλώδιο που συνδέεται με το σύστημα του ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Τοποθετείται επίσης ένα πιεσόμετρο στο μπράτσο που μετρά περιοδικά την αρτηριακή πίεση.

Μετά από την αρχική μέτρηση η οποία γίνεται πριν την έναρξη της εξέτασης, ξεκινάτε να περπατάτε στο διάδρομο σε αργό ρυθμό (3 km/h). Κάθε λίγα λεπτά, η ταχύτητα και η κλίση του διαδρόμου ανεβαίνουν, με αποτέλεσμα να πρέπει να ασκηθείτε εντονότερα. Ο στόχος είναι να ασκηθείτε μέχρι να κουραστείτε υπερβολικά ή να εμφανιστεί δύσπνοια. Ορισμένοι ασθενείς ωστόσο σταματούν λόγω έντονου άλγους στο θώρακα ή στα πόδια. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο γιατρός μπορεί να σταματήσει το τεστ κόπωσης λόγω ανησυχητικών ευρημάτων στο ηλεκτροκαρδιογράφημα ή την αρτηριακή πίεση.

Το τεστ τελειώνει με λίγα λεπτά περπατήματος και στη συνέχεια ξεκούραση για περίπου 15 λεπτά. Ο καρδιακός ρυθμός, το ηλεκτροκαρδιογράφημα και η αρτηριακή πίεση παρακολουθούνται συνεχώς και ο γιατρός συλλέγει πληροφορίες για τις αντιδράσεις σας.

Πώς ερμηνεύονται τα αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα του τεστ κόπωσης μπορεί να είναι φυσιολογικά (χαμηλή πιθανότητα να υπάρχει καρδιακός θρόμβος), παθολογικά (αυξημένη πιθανότητα) ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, διφορούμενα (τα αποτελέσματα δεν είναι σαφή). Θυμηθείτε ότι καμία εξέταση δεν είναι 100% ακριβής. Σχεδόν το 10-15% των ασθενών με φυσιολογικά αποτελέσματα μπορεί να έχουν τελικά σοβαρή στεφανιαία νόσο. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τους ασθενείς με παθολογικό τεστ κόπωσης. Δηλαδή, το 15% από αυτούς δεν έχει καρδιακή νόσο. Τα παθολογικά αποτελέσματα οδηγούν συνήθως σε επιπλέον εξετάσεις (καθώς και αλλαγές στη διατροφή και τη διαχείριση του στρες). Αν τα αποτελέσματά σας είναι φυσιολογικά, βεβαιωθείτε ότι ακολουθείτε επίσης τις παραπάνω συνήθειες στην καθημερινότητα για να ελαχιστοποιήσετε τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων.

Βιβλιογραφία: Harvard Health