Μέχρι την ηλικία των 65 ετών, οι μισοί περίπου από εμάς θα έχουν παρουσιάσει δύο ή περισσότερα χρόνια νοσήματα. Η συχνότητα της πολυνοσηρότητας, όπως ήδη γνωρίζουμε, αυξάνεται με την ηλικία.

Μόλις το 9% των ασθενών με στεφανιαία νόσο δεν έχουν συνοδά νοσήματα. Το υπόλοιπο 91% πάσχει επίσης από κάποια άλλη νόσο όπως υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, εγκεφαλικό επεισοδίο, διαβήτη, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, κατάθλιψη, άνοια, χρόνια νεφρική νόσο ή οποιονδήποτε συνδυασμό των παραπάνω.

Το φαινόμενο της πολυνοσηρότητας δεν παρατηρείται μόνο στους ηλικιωμένους πλέον, αλλά και στους νεαρότερους ενήλικες. Η πολυνοσηρότητα είναι επίσης συχνότερη σε πληθυσμούς με χειρότερη οικονομική κατάσταση και η εμφάνισή της μπορεί μάλιστα να προηγείται ακόμα και 10 ή 15 χρόνια σε σχέση με τους πιο εύπορους πληθυσμούς.

Οι ασθενείς με πολυνοσηρότητες πρέπει να λαμβάνουν αρκετά διαφορετικά φάρμακα: ένα για κάθε νόσο. Αν ωστόσο, τα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση μίας νόσου είναι αποτελεσματικά σε ασθενείς με περισσότερες από μία νόσους, είναι ακόμα αντικείμενο συζήτησης. Σε ορισμένους ασθενείς, ο οργανισμός αντιμετωπίζει το φάρμακο ως παθογόνο, ενώ σε άλλους το ίδιο φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι πιο σοβαρές από τη νόσο που προσπαθεί να θεραπεύσει. Μία από τις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τα φάρμακα αυτά είναι η αυξημένη ευαισθησία στις λοιμώξεις.

Μία νέα κατηγορία φαρμάκων, τα τροποποιητικά της νόσου αντιρρευματικά φάρμακα ή αλλιώς DMARDs, χρησιμοποιούνται σήμερα για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Τα φάρμακα αυτά αντιμετωπίζουν την ίδια τη νόσο και όχι τα συμπτώματά της. Το παραπάνω αποτελεί μεγάλη πρόοδο, ωστόσο τουλάχιστον το 40% των ασθενών που λαμβάνουν τα φάρμακα αυτά δεν θα παρουσιάσει βελτίωση των συμπτωμάτων τους. Αυτό αποδίδεται μάλλον στο γεγονός ότι οι περισσότεροι ασθενείς πάσχουν επίσης από κάποια άλλη νόσο, η οποία μπορεί να παρεμβαίνει στη λειτουργία του φαρμάκου.

Η ρίζα του προβλήματος στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων σήμερα, έγκειται στην τάση να ερευνώνται, να διαγιγνώσκονται και να αντιμετωπίζονται οι περισσότερες παθήσεις σήμερα ως μία ξεχωριστή οντότητα. Η προσέγγιση αυτή ξεκινά από τον τρόπο που διδάσκεται η βιολογία στο σχολείο και το πανεπιστήμιο.

Η πολυνοσηρότητα είναι πλέον το μέσο όρο

Όλο και περισσότεροι ερευνητές σήμερα πιστεύουν ότι πρέπει να εξετάζουμε συνδυασμούς παθήσεων. Ο στόχος αυτός μπορεί να μοιάζει αδύνατος, λόγω του τεραστίου αριθμού πιθανών συνδυασμών, ωστόσο ορισμένοι από αυτούς εμφανίζονται με μεγάλη συχνότητα, όπως για παράδειγμα η καρδιακή νόσος και η υπέρταση. Εφόσον δεν λάβουμε υπόψη μας την πολυνοσηρότητα, θα επηρεαστούν τελικά όλα τα στάδια της έρευνας για ένα καινούριο φάρμακο, από την ανακάλυψή του μέχρι τις κλινικές δοκιμές του σε ασθενείς.

Η απόφαση να αναπτυχθεί ένα νέο φάρμακο βασίζεται σε προσεκτική ανάλυση χιλιάδων ομάδων ασθενών. Οι ομάδες αυτές, ωστόσο, δεν διαχωρίζονται με βάση την παρουσία ή όχι συνοδών νόσων. Εφόσον οι ερευνητές δεν ξεχωρίσουν τις ομάδες ασθενών με βάση προϋπάρχουσες νόσους, αρκετά νέα φάρμακα για συγκεκριμένους συνδυασμούς νόσων δεν θα ανακαλυφθούν.

Όταν αναπτύσσεται ένα νέο φάρμακο, ελέγχεται αρχικά σε μοντέλα πειραματοζώων με μία συγκεκριμένη νόσο ή σε καλλιέργειες κυττάρων που περιέχουν ένα συγκεκριμένο κυτταρικό τύπο. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο έλεγχος αυτός έχει σημασία για τη νόσο στον άνθρωπο, ούτε ότι το φάρμακο δεν θα είχε αποτέλεσμα σε ένα συνδυασμό παθήσεων.

Οι πολυνοσηρότητες δεν λαμβάνονται επίσης υπόψιν όταν τα φάρμακα εξετάζονται στους ασθενείς. Μάλιστα, οι ασθενείς που πάσχουν από μεγάλο αριθμό συνοδών νόσων και κατά συνέπεια έχουν την πιο δύσκολη θεραπεία, εξαιρούνται από τις κλινικές δοκιμές. Στη στεφανιαία νόσο για παράδειγμα, το 69% των ασθενών με πολυνοσηρότητες εξαιρούνται από τις κλινικές δοκιμές, καθώς οι γιατροί θεωρούν ότι μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της μελέτης. Ωστόσο, αυτοί είναι οι ασθενείς που θα ωφεληθούν περισσότερο από τη θεραπεία. Επίσης, ο τρόπος που δρα ένα φάρμακο σε έναν ασθενή με μία νόσο μπορεί να διαφέρει από τον τρόπο που δρα σε άτομα με πολυνοσηρότητες.

Για την άνοια, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Οι ασθενείς με άνοια κατά 95% πάσχουν από τουλάχιστον μία ακόμα πάθηση, ωστόσο στο 85% του συνόλου των ερευνών για την άνοια, εξαιρούνται οι ασθενείς με συνοδές παθήσεις. Οι ερευνητές που διεξάγουν αυτές τις κλινικές δοκιμές επιλέγουν ασθενείς που έχουν επηρεαστεί σε μικρότερο βαθμό από τη νόσο που εξετάζεται, καθώς δεν έχουν καμία από τις συνοδές παθήσεις που σχετίζονται με τη νόσο. Αυτό σημαίνει συνήθως ότι ανήκουν σε μικρότερες ηλικιακές ομάδες οι οποίες ανταποκρίνονται διαφορετικά στο φάρμακο.

Διάθεση για νέα προσέγγιση

Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη ότι έχει γίνει μικρή πρόοδος στην αντιμετώπιση των πλέον εξουθενωτικών νόσων τα τελευταία χρόνια. Οι νέοι στόχοι των φαρμάκων δεν πρέπει να επιλέγονται ανεξαρτήτως των συνοδών νόσων των ασθενών. Οι ασθενείς με μία συγκεκριμένη νόσο πρέπει να κατηγοριοποιούνται και να εξετάζονται με βάση τις άλλες παθήσεις που έχουν. Η θεραπεία πρέπει να εξετάζεται ειδικά και να προσαρμόζεται στις ανάγκες τους.

Τέλος, οι φαρμακευτικές εταιρίες και οι ερευνητικές ομάδες πρέπει να προωθήσουν την ανάπτυξη νέων μοντέλων ζώων και καλλιέργειας ιστών που θα λαμβάνουν υπόψιν τους την πολυνοσηρότητα. Ήδη υπάρχει μία τάση προς αυτή την κατεύθυνση, ωστόσο πρέπει να ενισχυθεί περισσότερο.

Βιβλιογραφία: The Conversation

Φωτογραφία: tr0tt3r