Η απόκριση του οργανισμού σε διάφορους παράγοντες του περιβάλλοντος έχει αποτελέσει αντικείμενο αρκετών ερευνών τα τελευταία χρόνια. Ένας παράγοντας που έχει βρεθεί συχνά στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος είναι το στρες. Η έκθεση σε διάφορους στρεσογόνους παράγοντες μπορεί να προκαλέσει μία σειρά αποκρίσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, μεταξύ των οποίων και η παραγωγή συγκεκριμένων ορμονών. Το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει την υγεία μακροπρόθεσμα.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Hypertension, επιβεβαιώνει την παραπάνω θεωρία καθώς δείχνει ότι τα υψηλότερα επίπεδα των ορμονών του στρες μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο υπέρτασης και καρδιαγγειακής νόσου.

Οι Ορμόνες του Στρες

Η απόκριση του οργανισμού στο στρες είναι ιδιαίτερα σύνθετη και περιλαμβάνει αρκετές διαφορετικές ορμόνες, μεταξύ των οποίων και η κορτιζόλη. Η ορμόνη αυτή παράγεται από τα επινεφρίδια και αυξάνει τα επίπεδα της ενέργειας βοηθώντας τον οργανισμό να ανταποκριθεί σε μία επείγουσα κατάσταση.

Το στρες επηρεάζει επίσης την απελευθέρωση κατεχολαμινών. Στις ορμόνες αυτές ανήκει η ντοπαμίνη, η επινεφρίνη και η νορεπινεφρίνη.

Οι δύο τελευταίες ορμόνες παίζουν σημαντικό ρόλο στην απόκριση “fight or flight”. Όταν αντιλαμβανόμαστε μία πιθανή απειλή, η απόκριση αυτή προετοιμάζει τον οργανισμό να την αντιμετωπίσει ή να την αποφύγει.

Η επινεφρίνη και η νορεπινεφρίνη:

  • Προκαλούν συστολή των αγγείων για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης
  • Αυξάνουν τον καρδιακό ρυθμό και την ισχύ με την οποία αντλεί αίμα η καρδιά
  • Χαλαρώνουν τους μύες των αεραγωγών
  • Ρυθμίζουν το μεταβολισμό της γλυκόζης

Όταν αντιμετωπίζουμε έντονο στρες, ο οργανισμός αυξάνει τα επίπεδα των παραπάνω ορμονών. Αν και οι ορμόνες του στρες μάς βοηθούν βραχυπρόθεσμα, το χρόνιο στρες μπορεί να προκαλέσει διάφορα προβλήματα υγείας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το American Heart Association, έχει συνδεθεί με υπέρταση, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου ή εμφράγματος του μυοκαρδίου. Επιπλέον, η συνεχής έκθεση σε στρεσογόνους παράγοντες κάνει αρκετούς ανθρώπους να αναπτύσσουν μηχανισμούς άμυνας που συχνά είναι επιβλαβείς για την υγεία.

Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα εξετάζονται αρκετές προσεγγίσεις για τον περιορισμό του στρες ως μέτρο για τη βελτίωση της γενικότερης υγείας.

Αυξημένος Κίνδυνος Υπέρτασης και Καρδιαγγειακών Συμβαμάτων

Η παρούσα μελέτη διεξήχθη από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα των ορμονών του στρες και τον κίνδυνο υπέρτασης ή καρδιαγγειακής νόσου.

Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 412 ενήλικες ηλικίας 48-87 ετών οι οποίοι δεν είχαν ιστορικό υπέρτασης, μία σημαντική διαφορά σε σχέση με προηγούμενες μελέτες.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εθελοντών, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη και άλλους παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η κατανάλωση αλκοόλ, το ιστορικό καπνίσματος και η φυσική άσκηση.

Τέλος, οι επιστήμονες εξέτασαν την κατάσταση της υγείας των εθελοντών και συγκεκριμένα το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ), τη νεφρική λειτουργία, τη φαρμακευτική τους αγωγή, καθώς και τα χρόνια νοσήματα από τα οποία πάσχουν (πχ διαβήτης).

Η έρευνα αποτελεί κομμάτι μίας μεγαλύτερης μελέτης με τίτλο MESA (Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis). Στην αρχή της έρευνας, οι επιστήμονες ζήτησαν από τους εθελοντές να δώσουν δείγματα ούρων. Ακολούθως εξέτασαν τα δείγματα αυτά με σκοπό να προσδιορίσουν τα επίπεδα της επινεφρίνης, της νορεπινεφρίνης, της ντοπαμίνης και της κορτιζόλης.

Στην έρευνα, όπως προαναφέρθηκε, εξετάστηκαν αποκλειστικά εθελοντές χωρίς ιστορικό υπέρτασης.

Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για 6.5 χρόνια κατά μέσο όρο. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, τελικά το 48.8% παρουσίασε υπέρταση. Η έρευνα συνεχίστηκε για περίπου 11 χρόνια, διάστημα κατά το οποίο το 5.8% των εθελοντών παρουσίασε διάφορα καρδιαγγειακά συμβάματα.

Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα των ορμονών του στρες στα ούρα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης. Η σύνδεση αυτή ήταν μάλιστα ισχυρότερη στις πιο νεαρές ηλικίες.

Παρατήρησαν μάλιστα ότι ο διπλασιασμός των επιπέδων της κορτιζόλης στα ούρα συνδέεται με αυξημένη συχνότητα καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η μελέτη δεν παρατήρησε σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα των κατεχολαμινών και τον κίνδυνο των παραπάνω συμβαμάτων.

Περιορισμοί και Μελλοντικές Μελέτες

Η έρευνα έκανε προσαρμογή για αρκετούς διαφορετικούς παράγοντες και εξέτασε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού. Ωστόσο, λόγω της φύσης της ενδεχομένως να υπήρχαν ατέλειες κατά τη συλλογή των ούρων.

Επιπλέον, οι επιστήμονες δεν έκαναν διαχωρισμό των αποτελεσμάτων τους ανάλογα με τα αίτια της υπέρτασης. Λαμβάνοντας υπόψη τους παραπάνω παράγοντες, καθώς και το μικρό δείγμα των εθελοντών, οι συγγραφείς της μελέτης υποστήριξαν ότι θα πρέπει να γίνουν νέες μελέτες οι οποίες θα επιβεβαιώσουν τις παρατηρήσεις τους.