Μία νέα ανάλυση με 85.895 εθελοντές από τη Μεγάλη Βρετανία (η μεγαλύτερη του είδους της) έδειξε ότι οι ασθενείς που έχουν υψηλά επίπεδα φλεγμονής στον οργανισμό τους, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν κατάθλιψη. Η παραπάνω διαπίστωση ανοίγει νέες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου.

«Η έρευνά μας προσφέρει ισχυρά δεδομένα που δείχνουν ότι οι ασθενείς με κατάθλιψη έχουν πρωτεΐνες στο αίμα τους που δείχνουν ότι υπάρχει ενεργοποίηση του συστήματος της φλεγμονής», υποστήριξε η Μαρία Πιθαρούλη, επικεφαλής της έρευνας από το King’s College του Λονδίνου.

«Επιπλέον, μέσω της ανάλυσης των δεδομένων από τους 86.000 εθελοντές, καταφέραμε να ανακαλύψουμε περισσότερα για τους μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από τη σύνδεση ανάμεσα στη φλεγμονή και την κατάθλιψη».

Εξετάζοντας δείγματα αίματος, αναλύσεις του γονιδιώματος, καθώς και ερωτηματολόγια για τη σωματική και ψυχική υγεία των εθελοντών μέσω του προγράμματος UK Biobank, οι επιστήμονες κατάφεραν να κάνουν προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ), το ιστορικό καπνίσματος, η κατανάλωση αλκοόλ, οι τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία και η οικονομική κατάσταση των εθελοντών.

Οι παραπάνω παράγοντες επηρέαζαν στο σύνολό τους σε κάποιο βαθμό τη σύνδεση ανάμεσα στη φλεγμονή και την κατάθλιψη. Αν και τα δεδομένα αυτή τη στιγμή δεν είναι αρκετά ισχυρά για να αποδείξουν ότι υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στις 2 παθήσεις, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι σίγουρα υπάρχουν κάποιοι μηχανισμοί που εξηγούν την παραπάνω σύνδεση.

Η φλεγμονή αποτελεί έναν από τους κύριους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού, ωστόσο αν δεν ρυθμιστεί κατάλληλα μπορεί να προκαλέσει βλάβες. Η επιστημονική ομάδα εξέτασε τα επίπεδα ενός δείκτη φλεγμονής, της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) αίμα.

Όπως διαπίστωσαν, τα επίπεδα της CRP ήταν αυξημένα στο 31% των εθελοντών που παρουσίασαν συμπτώματα μείζονος κατάθλιψης κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους, συγκριτικά με τους υπολοίπους.

Οι επιστήμονες έκαναν επίσης μία ανάλυση στην οποία εξέτασαν το γενετικό κίνδυνο κατάθλιψης, δηλαδή την πιθανότητα να εμφανίσει ένας ασθενής τη νόσο, ανάλογα με τα γονίδια που φέρει. Αν και ο κίνδυνος μείζονος κατάθλιψης συνδέθηκε ισχυρά με τα επίπεδα της CRP, η σύνδεση αυτή εξαφανίστηκε όταν έγινε προσαρμογή για το ΔΜΣ και το ιστορικό καπνίσματος.

Με άλλα λόγια, ο γενετικός κίνδυνος κατάθλιψης συνδέεται μόνο με το ΔΜΣ ή το ιστορικό καπνίσματος. Ωστόσο, μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι όσο υψηλότερος ήταν ο γενετικός κίνδυνος κατάθλιψης, τόσο υψηλότερα ήταν και τα επίπεδα της CRP.

Η σύνδεση ανάμεσα στη φλεγμονή και την κατάθλιψη που παρατηρήθηκε στη μελέτη ήταν εξίσου ισχυρή με τη σύνδεση που έχει παρατηρηθεί ανάμεσα στη φλεγμονή και τρεις αυτοάνοσες νόσους, την χολική κίρρωση, τη νόσο του Crohn και τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι η γενετική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την ανάλυση των διαταραχών του θυμικού», υποστήριξε η Cathryn Lewis, από το King’s College του Λονδίνου.

«Δείξαμε ότι ο αυξημένος κίνδυνος κατάθλιψης που συνδέεται με τη φλεγμονή αποδίδεται κυρίως στη διατροφή και το κάπνισμα. Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς της κατάθλιψης και προσφέρει νέες προσεγγίσεις στην αντιμετώπιση της νόσου», πρόσθεσε.

Το επόμενο στάδιο είναι να εξεταστούν οι παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν την παραπάνω σύνδεση. Μερικοί παράγοντες που εξετάζονται αυτή τη στιγμή είναι η κατάθλιψη της μητέρας κατά τη διάρκεια της κύησης και η ανθυγιεινή διατροφή.

Αν και προηγούμενες μελέτες είχαν αναδείξει επίσης σύνδεση ανάμεσα στην κατάθλιψη και τη φλεγμονή, δεν είχαν καταφέρει να εξερευνήσουν τους μηχανισμούς της σύνδεσης αυτής, ούτε και την κατεύθυνση της σχέσης αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στις δύο (αν υπάρχει).

Η νέα μελέτη προσφέρει στους επιστήμονες νέα δεδομένα για τη σύνδεση ανάμεσα στις δύο παθήσεις, εντοπίζοντας ως παράγοντες κινδύνου τη διατροφή και το κάπνισμα. Αν κατανοήσουμε καλύτερα τα αίτια της κατάθλιψης, τότε θα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε ευκολότερα με τις κατάλληλες θεραπείες.

Η επιστημονική κοινότητα δεν συμφώνησε συνολικά με τα αποτελέσματα της έρευνας. Ο David Curtis, για παράδειγμα, ένας επιστήμονας από το University College του Λονδίνου, υποστήριξε ότι έχει ακόμα αμφιβολίες σχετικά με τη σύνδεση φλεγμονής και κατάθλιψης.

«Σε καμία περίπτωση οι ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη δεν θα πρέπει να λάβουν αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την αντιμετώπιση της νόσου», τόνισε.

«Εκτός από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, τα φάρμακα αυτά έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Αντίθετα, τα αντικαταθλιπτικά είναι ασφαλή και αποτελεσματικά. Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα ενοχοποιούνται για χιλιάδες θανάτους ετησίως», κατέληξε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Psychiatry.