Ένας άνδρας από την Κίνα μέθυσε σε επίπεδο λιποθυμίας μετά την κατανάλωση τροφίμων με αρκετούς υδατάνθρακες και ζάχαρη. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην ανακάλυψη ορισμένων βακτηριακών στελεχών στο έντερο τα οποία μπορεί να ευθύνονται για την πλέον κοινή νόσο του ήπατος.

Η πάθηση αυτή, γνωστή ως μη αλκοολική λιπώδης διήθηση του ήπατος, επηρεάζει σχεδόν 1 δισεκατομμύριο άτομα παγκοσμίως. Η περίσσεια λίπους στα ηπατοκύτταρα που χαρακτηρίζει τη νόσο συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα, ωστόσο στο 25% περίπου των ασθενών, η συσσώρευση λίπους μπορεί να προοδεύσει με αποτέλεσμα να εμφανιστεί απειλητική για τη ζωή κίρρωση ή καρκίνος του ήπατος. Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές εξετάζοντας το περιστατικό του Κινέζου άνδρα, το αίτιο της νόσου στην περίπτωσή του ήταν ότι τα βακτήρια του εντέρου συνέθεσαν αλκοόλ χρησιμοποιώντας τα τρόφιμα που είχε καταναλώσει. Οι ερευνητές δήλωσαν ότι η ανακάλυψη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες μεθόδους πρόληψης της νόσου ή ακόμα και τρόπους για την αντιμετώπισή της.

Η παχυσαρκία και ο διαβήτης έχουν σχετιστεί στο παρελθόν με τη μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος, ωστόσο ακόμα δεν έχει ταυτοποιηθεί κάποιος μηχανισμός που μπορεί να εξηγήσει γιατί γίνεται συσσώρευση λίπους στο ήπαρ. Ορισμένες έρευνες έχουν συνδέσει τα βακτήρια του εντέρου με τη μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος, ωστόσο η θεωρία αυτή δεν έχει αποδειχθεί. Η συνθετότητα του εντερικού μικροβιώματος καθιστά δύσκολο να διαπιστωθεί η συμβολή κάθε βακτηριακού είδους. Μία νέα έρευνα, ωστόσο, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικο Cell Metabolism, εστιάζει σε ένα νέο στέλεχος του Klebsiella pneumoniae το οποίο είναι αυξημένο στους ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος. Το ίδιο μικρόβιο μπορεί επίσης να προκαλέσει ηπατικές βλάβες στα πειραματόζωα.

Η Τζινγκ Γιουάν, μία μικροβιολόγος από το Πεκίνο και επικεφαλής της έρευνας, δήλωσε ότι η ιδέα για την εξερεύνηση της θεωρίας αυτής ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2014. Την εποχή εκείνη, ένας άνδρας 27 ετών προσήλθε στο νοσοκομείο μετά από περιστατικά ανεξήγητης μέθης τα οποία είχαν ξεκινήσει πριν 10 χρόνια και παρουσίασαν προοδευτική επιδείνωση. Οι γιατροί είχαν υποθέσει ότι καταναλώνει αλκοόλ κρυφά και ζήτησαν από τη μητέρα του να εξετάζει τακτικά την αναπνοή του για την παρουσία αλκοόλ. Η εξέταση συχνά είχε υψηλά ποσοστά αλκοόλ, ακόμα και όταν ο 27χρονος δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ. Ακόμα πιο περίεργο ήταν το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο 27χρονος παρουσίαζε μέθη μετά την κατανάλωση αναψυκτικών τύπου “cola”.

Ο ασθενής διαγνώστηκε αρχικά με σύνδρομο εντερικής ζύμωσης (autobrewery syndrome), μία σπάνια νόσο κατά την οποία μπορεί να παρουσιαστεί μέθη μετά την κατανάλωση τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε άμυλο και σάκχαρα. Στο σύνδρομο αυτό, η μέθη είναι αποτέλεσμα της ζύμωσης στο έντερο η οποία διευκολύνεται από τον αυξημένο πληθυσμό μυκήτων. Ωστόσο, η αντιμυκητιασική θεραπεία δεν είχε αποτέλεσμα στον συγκεκριμένο ασθενή. Μετά από βιοψία του ήπατος, διαπιστώθηκε ότι είχε μη αλκοολική στετοηπατίτιδα, μία προχωρημένη δηλαδή μορφή της μη αλκοολικής λιπώδους διήθησης του ήπατος. Ο ασθενής μεταφέρθηκε άμεσα στη ΜΕΘ και οι γιατροί διαπίστωσαν ότι μετά την κατανάλωση ενός γεύματος με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, τα επίπεδα του αλκοόλ στο αίμα έφταναν σχεδόν τα 400 mg/dl. «Αυτό αντιστοιχεί σε 15 σφηνάκια 40% (80-proof) ουίσκι», είπε η Γιουάν.

Γνωρίζοντας ότι ορισμένα άλλα μικρόβια έχουν την ικανότητα να μεταβολίσουν τα σάκχαρα σε αλκοόλ, η Γιουάν και οι συνεργάτες της ανέλυσαν 14 δείγματα κοπράνων του ασθενούς εξετάζοντας τμήματα DNA ειδικά για το κάθε βακτήριο. Όπως διαπίστωσαν, όταν ο ασθενής παρουσίαζε έντονη μέθη, το 18.8% των βακτηρίων ήταν K. Pneumoniae. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθυσμός του συγκεκριμένου βακτηρίου είχε αυξηθεί 900 φορές σε σχέση με το φυσιολογικό. Όταν καλλιέργησαν τα βακτήρια αυτά σε μύκητες και σάκχαρα, διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένα στελέχη του βακτηρίου παρήγαγαν υψηλές, μέτριες και χαμηλές ποσότητες αλκοόλ.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στη συνέχεια δείγματα κοπράνων από 43 ασθενείς με μη λιπώδη διήθηση του ήπατος, εκ των οποίων οι 32 είχαν μία σοβαρή μορφή της νόσου, τα οποία και συνέκριναν με αντίστοιχα δείγματα από 48 υγιείς εθελοντές. Όπως διαπίστωσαν, το 61% των ασθενών είχε υψηλά επίπεδα των στελεχών του K. pneumoniae που παράγουν αλκοόλ, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 6%.

Θέλοντας να εξετάσουν περισσότερο το ρόλο των μικροβίων αυτών στην ηπατική νόσο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν 3 ομάδες ποντικών. Η πρώτη ομάδα έλαβε βακτήρια K. pneumoniae που παράγουν αλκοόλ, η δεύτερη έλαβε αλκοόλ ενώ η τρίτη έκανε διατροφή με ένα μείγμα μυκήτων και σακχάρων (ομάδα ελέγχου). Σε 4 εβδομάδες, τα ποντίκια που είχαν λάβει βακτήρια ή αλκοόλ είχαν εμφανείς ηπατικές βλάβες, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στην ομάδα ελέγχου. Οι ερευνητές μεταμόσχευσαν επίσης μικρόβια από τον 27χρονο ασθενή σε μία άλλη ομάδα πειραματοζώων. Τα ποντίκια αυτά παρουσίασαν επίσης ηπατικές βλάβες. «Οι έρευνες έχουν διεξαχθεί με ακρίβεια και επομένως τα αποτελέσματα είναι αρκετά σαφή», είπε η Άννα Μέι Ντίελ, μία γαστρεντερολόγος ειδική για τη μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος από το Πανεπιστήμιο Duke στη Βόρεια Καρολίνα.

Οι βακτηριοφάγοι είναι μία ομάδα ιών που μπορούν να καταστρέψουν συγκεκριμένα βακτήρια. Στα ποντίκια που είχαν μολυνθεί με τα στελέχη του K. pneumoniae που παράγουν αλκοόλ, η προληπτική χορήγηση των βακτηριοφάγων βοήθησε στην πρόληψη των ηπατικών βλαβών. «Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι βακτηριοφάγοι μπορεί να αποτελέσουν θεραπεία για τη μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος», είπε ο Ντέιβιντ Χάσλαμ, ένας ειδικός λοιμωξιολόγος από το Ιατρικό Κέντρο του Σινσινάτι στο Οχάιο.

Η ιατρική βιβλιογραφία δεν έχει δεδομένα που να δείχνουν ότι οι ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη διήθση του ήπατος παρουσιάζουν μέθη χωρίς να καταναλώσουν αλκοόλ, ενώ και στα ποντίκια που είχαν λάβει μικρόβια που παράγουν αλκοόλ, δεν παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα αλκοόλ στο αίμα. Οι επιστήμονες αποφάσισαν, επομένως, να χορηγήσουν υψηλές δόσεις γλυκόζης στα ποντίκια αυτά. Τα επίπεδα αλκοόλ στο αίμα εκτοξεύθηκαν και τα ποντίκια άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν να είχαν μεθύσει. Η χορήγηση γλυκόζης ή φρουκτόζης στους ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος οδήγησε επίσης σε κατακόρυφη αύξηση των επιπέδων αλκοόλ στο αίμα, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στην ομάδα ελέγχου. Από την παραπάνω παρατήρηση φαίνεται ότι η χορήγηση από του στόματος γλυκόζης με την παράλληλη εξέταση των επιπέδων αλκοόλ στο αίμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστικό εργαλείο για την παρουσία των K. pneumoniae που παράγουν αλκοόλ, καθώς ως προγνωστικός δείκτης για τους ασθενείς που θα παρουσιάσουν μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα. «Η παρατήρηση αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον και πρέπει να επιβεβαιωθεί άμεσα σε μεγαλύτερες δοκιμές με ανθρώπους εθελοντές», είπε ο Χάσλαμ.

Η Γιουάν και οι συνεργάτες της ανέφεραν ότι ο 27χρονος ασθενής ανέκαμψε τελικά από το σύνδρομο εντερικής ζύμωσης με τη χορήγηση αντιβιοτικών και με αλλαγές στη διατροφή του. Η μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα περιορίστηκε επίσης. Η ομάδα της Γιουάν θα εξετάσει στο μέλλον γιατί ορισμένοι ασθενείς έχουν υψηλά επίπεδα των στελεχών του K. pneumoniae που παράγουν αλκοόλ ενώ άλλοι όχι.

Βιβλιογραφία: Science