Μία νέα ανάλυση επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι οι γυναίκες που κάνουν ορμονική θεραπεία στην εμμηνόπαυση έχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των ερευνών, μάλιστα, ο κίνδυνος αυτός παραμένει ακόμα και 10 χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet και εξέτασε δεκάδες έρευνες με δεδομένα για περισσότερες από 100.000 γυναίκες που παρουσίασαν καρκίνο του μαστού μετά την εμμηνόπαυση. Το 50% περίπου των γυναικών αυτών είχαν λάβει την ορμονική θεραπεία της εμμηνόπαυσης (MHT). Όσο μεγαλύτερη ήταν η διάρκεια λήψης της παραπάνω θεραπείας, τόσο υψηλότερος ήταν ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, τα αποτελέσματά τους μπορεί να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης.

«Τα αποτελέσματά μας είναι αποτέλεσμα ανάλυσης ενός μεγάλου αριθμού ερευνών παγκοσμίως και επομένως είναι ιδιαίτερα σημαντικά», είπε η Βάλερι Μπεράλ, μία επιδημιολόγος για τον καρκίνο από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και επικεφαλής της μελέτης.

Οι γυναίκες εδώ και αρκετά χρόνια παίρνουν συνθετικές μορφές των ορμονών που μειώνονται μετά την εμμηνόπαυση. Τα φάρμακα αυτά, χορηγούνται συνήθως σε μορφή χαπιού και περιέχουν είτε οιστρογόνα είτε συνδυασμό οιστρογόνων και προγεστερόνης. Τα χάπια αυτά βοηθούν αρκετές γυναίκες να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, ένα από τα οποία είναι και η οστεοπόρωση.

Τα προηγούμενα χρόνια, διάφορες έρευνες είχαν παρατηρήσει πιθανή σύνδεση ανάμεσα στην ορμονική θεραπεία και τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Το 2002 και το 2004, το Women’s Health Initiative δημοσίευσε μελέτες που έδειξαν ότι οι γυναίκες που λάμβαναν συνδυαστική ορμονική θεραπεία στην εμμηνόπαυση είχαν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν καρκίνο του μαστού. Η χρήση των φαρμάκων αυτών μειώθηκε σημαντικά μετά τη δημοσίευση των παραπάνω μελετών, γεγονός που οδήγησε σε αντίστοιχη μείωση στα περιστατικά καρκίνου του μαστού.

Ωστόσο, δεν υπήρχαν αρκετά δεδομένα αναφορικά με την παραπάνω σύνδεση και συγκεκριμένα αν ο κίνδυνος διατηρείται μετά τη διακοπή της θεραπείας ή αν διαφοροποιείται ανάλογα με την ορμονική θεραπεία που κάνει η κάθε γυναίκα. Θέλονας να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα, μία διεθνής ομάδα επιστημόνων εξέτασε δεκάδες έρευνες πάνω στο θέμα. Οι επιστήμονες εξέτασαν την ηλικία που έλαβε για πρώτη φορά ορμονική θεραπεία η κάθε γυναίκα, ποια ήταν η διάρκεια που λάμβανε το φάρμακο και πόσος χρόνος είχε περάσει από την τελευταία φορά που έλαβε το φάρμακο. Η μέση ηλικία έναρξης της ορμονικής θεραπεία ήταν τα 50, αριθμός που συμπίπτει με τη μέση ηλικία που ξεκινά η εμμηνόπαυση.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν είχαν λάβει ποτέ ορμονική θεραπεία, οι γυναίκες που έλαβαν τα συγκεκριμένα φάρμακα είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο επιθετικού καρκίνου του μαστού. Συγκεκριμένα, το 6.3% των γυναικών που δεν έλαβαν ποτέ ορμονική θεραπεία παρουσίασε καρκίνο του μαστού, ενώ το ίδιο ποσοστό ήταν 8.3% για τις γυναίκες που έλαβαν συνδυαστική ορμονική θεραπεία για 5 χρόνια. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται πρακτικά σε 1 περισσότερο καρκίνο για κάθε 50 γυναίκες που έπαιρναν τη θεραπεία.

Όσο μεγαλύτερη ήταν η διάρκεια λήψης της ορμονικής θεραπείας, τόσο υψηλότερος ήταν ο κίνδυνος καρκίνος του μαστού. Οι γυναίκες που σταμάτησαν τη λήψη της θεραπείας είχαν μειωμένο σχετικό κίνδυνο σε σχέση με τις γυναίκες που συνέχισαν τα φάρμακα αυτά, ωστόσο ο αυξημένος κίνδυνος παρέμεινε για περισσότερο από 10 χρόνια μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Ο αυξημένος κίνδυνος συνδεόταν επίσης με τη διάρκεια λήψης της ορμονικής θεραπείας. Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, οι γυναίκες που έπαιρναν τη συνδυαστική θεραπεία είχαν υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου σε σχέση με αυτές που λάμβαναν θεραπεία μόνο με οιστρογόνα.

«Τα ευρήματα αυτά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον», είπε η Τζοάν Κοτσόπουλος, μία ερευνητής για τον καρκίνο του μαστού στο Women’s College Research Institute στο Τορόντο. «Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια χρήσης, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος», πρόσθεσε η ίδια, η οποία δεν έλαβε μέρος στην έρευνα, αλλά έγραψε ένα άρθρο σχολιάζοντας τα αποτελέσματά της.

Η νέα ανάλυση δεν μπορεί να αποδείξει ότι η ορμονική θεραπεία προκαλεί καρκίνο του μαστού. Ωστόσο οι ερευνητές πιστεύουν ότι η σύνδεση αποδίδεται στις ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν στην εμμηνόπαυση. Τα επίπεδα των ορμονών που παράγονται από τις ωοθήκες μειώνονται δραματικά κατά την εμμηνόπαυση. Η πρόωρη εμμηνόπαυση θωρείται παράγοντας που μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, ωστόσο η χρήση της ορμονικής θεραπείας διατηρεί τις γυναίκες σε μία κατάσταση προ-εμμηνόπαυσης που δεν τους επιτρέπει να απολαύσουν τις προστατευτικές επιδράσεις της εμμηνόπαυσης στον κίνδυνο καρκίνου.

«Τα οιστρογόνα ενισχύουν τη δραστηριότητα του μαστού και αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου. Η ορμονική θεραπεία επαναφέρει τον παράγοντα αυτό, ο οποίος έχει υποχωρήσει μετά την εμμηνόπαυση», είπε η Μπεράλ.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας είναι ότι τα αποτελέσματά της αφορούν μόνο γυναίκες με φυσιολογικό σωματικό βάρος που ζουν σε ανεπτυγμένες χώρες. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η ορμονική θεραπεία δεν αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου στις παχύσαρκες γυναίκες, αν και η παχυσαρκία αποτελεί η ίδια παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού μετά την εμμηνόπαυση.

Προς το παρόν, οι ειδικοί τόνισαν ότι πρέπει πάντοτε να σταθμίζονται τα οφέλη και οι κίνδυνοι πριν την απόφαση για χορήγηση ορμονικής θεραπείας. Ο γιατρός πρέπει επίσης να εξετάζει εναλλακτικές επιλογές, όπως τα συμπληρώματα βιταμίνης D και ασβεστίου. Πρέπει να ελέγχει επίσης αν η ορμονική θεραπεία βοηθά στον περιορισμό των συμπτωμάτων και, όπου αυτό δεν συμβαίνει, να διακόπτει τη χορήγησή της.

Βιβλιογραφία: Scientific American

Φωτογραφία: Marijana