Ας παραδεχτούμε ότι όλοι το έχουμε κάνει τουλάχιστον 1 φορά στη ζωή μας. Μόλις παρουσιάσαμε ένα ασυνήθιστο εξάνθημα ή έντονο άλγος που δεν υποχωρούσε, στραφήκαμε στην αναζήτηση του Google για να εξερευνήσουμε τα αίτια του συμπτώματος.

Η αναζήτηση αυτή συχνά θα αποδώσει την εμφάνιση του συμπτώματος (συνήθως λανθασμένα) σε κάποια μορφή καρκίνου. Ωστόσο, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open, δεν είναι επιβλαβές να «ψάχνουμε» τα συμπτώματά μας στο Google.

Όπως διαπίστωσε η παραπάνω, η αναζήτηση στο Google σε αρκετές περιπτώσεις βοήθησε τους ασθενείς να φτάσουν σε μία σωστή διάγνωση, χωρίς να δημιουργεί περισσότερο άγχος.

«Συχνά ένας ασθενής έρχεται στο ιατρείο μου και αναφέρει ότι έψαξε το σύμπτωμά του στο Google και από την αναζήτηση που έκανε συμπέρανε ότι έχει καρκίνο», αναφέρει ο επικεφαλής της έρευνας David Levine από το Brigham and Women’s Hospital στη Βοστόνη.

Το παραπάνω γεγονός ώθησε τον επιστήμονα να διερευνήσει περισσότερο αν η αναζήτηση των συμπτωμάτων στο Google είναι επιβλαβής ή ωφέλιμη για τους ασθενείς.

Στη μελέτη τους, οι επιστήμονες της έρευνας εξέτασαν 5.000 εθελοντές από τις ΗΠΑ. Παρουσιάζοντάς τους ένα απλό περιστατικό, τους ζήτησαν να θέσουν τη διάγνωση, να βαθμολογήσουν τα επίπεδα του άγχους τους γι’ αυτή τη διάγνωση και να προτείνουν μία μέθοδο αντιμετώπισης, από το να παραμείνουν στο σπίτι και να μην λάβουν καμία θεραπεία μέχρι να πάνε στα επείγοντα ενός νοσοκομείου.

Ακολούθως, οι επιστήμονες ζήτησαν από τους εθελοντές να χρησιμοποιήσουν το Διαδίκτυο για να διερευνήσουν περισσότερο το περιστατικό, προσαρμόζοντας παράλληλα τη διάγνωση και την αντιμετώπισή του, όπου έκριναν ότι αυτό είναι απαραίτητο. Οι εθελοντές κατέγραψαν επίσης τα επίπεδα του άγχους κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά από την αναζήτηση στο Google.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, με τον παραπάνω τρόπο προσπάθησαν να προσομοιώσουν τον τρόπο που αλληλεπιδρά ένας ασθενής με το Google. Δηλαδή πως από ένα αρχικό σύμπτωμα καταλήγουν σε μία αρχική διάγνωση και ακολούθως την προσαρμόζουν μετά τις νέες πληροφορίες που βρίσκουν από την αναζήτηση στο Google.

Στη μελέτη συμμετείχαν επίσης 21 γιατροί από την Ιατρική Σχολή του Harvard, οι οποίοι επιβεβαίωσαν τη σωστή διάγνωση του κάθε περιστατικού.

Η μέση διάρκεια της αναζήτησης που έκαναν στο Google οι εθελοντές ήταν 12 λεπτά και αρκετοί από αυτούς άλλαξαν τόσο την αρχική τους διάγνωση όσο και τη θεραπεία με βάση τα δεδομένα που βρήκαν.

Ωστόσο, δεν κατάφεραν να καταλήξουν πάντοτε στη σωστή διάγνωση. Συγκεκριμένα, πριν την αναζήτηση στο Google, το 49.8% των ασθενών είχαν διαγνώσει τη σωστή νόσο, με το ποσοστό να φτάνει το 54% μετά την αναζήτηση.

Μία παρατήρηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών (85%) δεν άλλαξε ούτε τη διάγνωση ούτε τη θεραπεία που είχε προτείνει μετά την αναζήτηση στο Google.

«Το 9.6% των εθελοντών είχε αρχικά λανθασμένη διάγνωση και μετά την αναζήτηση στο Google κατάφερε να καταλήξει στη σωστή. Υπήρχε ωστόσο και ένα ποσοστό 5.4% που είχε αρχικά τη σωστή διάγνωση και μετά την αναζήτηση την άλλαξε σε μία λανθασμένη», έγραψαν στη μελέτη τους οι επιστήμονες.

Αντίστοιχα, το 6.6% είχε συστήσει αρχικά λανθασμένη προσέγγιση στην αντιμετώπιση της κατάστασης, την οποία διόρθωσε μετά την αναζήτηση στο Google. Φυσικά, παρατηρήθηκε και το αντίθετο φαινόμενο. Δηλαδή, το 6.2% ενώ είχε αρχικά τη σωστή μέθοδο αντιμετώπισης, μετά την αναζήτηση πρότεινε κάποια λανθασμένη προσέγγιση.

Αν και προφανώς ο μέσος άνθρωπος δεν είναι εξίσου ικανός να διαγνώσει μία απλή νόσο με ένα γιατρό (με ή χωρίς τη βοήθεια του Google), τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν πολύ πιο θετικά σε σχέση με αυτά που περίμεναν οι επιστήμονες. Όπως διαπιστώθηκε, τα επίπεδα του άγχους στους εθελοντές δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά από την αναζήτηση στο Google, ενώ βελτιώθηκε και η εμπιστοσύνη στη διάγνωση που είχαν θέσει.

Αρκετοί εθελοντές ανέφεραν ότι η αναζήτηση των συμπτωμάτων τους δεν ήταν εύκολη, ενώ δεν είχαν και απόλυτη εμπιστοσύνη στα δεδομένα που βρήκαν.

Φυσικά, η έρευνα είχε και ορισμένους περιορισμούς. Για παράδειγμα, οι επιστήμονες είχαν πει στους εθελοντές να θεωρήσουν ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται σε ένα αγαπημένο τους πρόσωπο και όχι στους ίδιους. Πιθανώς, τα επίπεδα του άγχους θα ήταν υψηλότερα αν είχαν τα συμπτώματα οι ίδιοι.

Επιπλέον, στην έρευνα οι εθελοντές γνώριζαν ότι υπάρχει μία «σωστή» απάντηση, κάτι που δεν συμβαίνει πάντοτε στην ιατρική.

Κατά συνέπεια, αν και η παρούσα μελέτη σίγουρα δεν δίνει οριστική απάντηση στο ερώτημα που θέλησε να εξετάσει, δείχνει ότι δεν είναι κακό να ψάχνουμε τα συμπτώματά μας στο Google, εφόσον γνωρίζουμε ότι μπορεί να καταλήξουμε σε λάθος διάγνωση.