Οι συνταγογραφήσεις αντικαταθλιπτικών έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια στις χώρες του δυτικού κόσμου. Ένας από τους παράγοντες που μπορεί να εξηγήσει το παραπάνω φαινόμενο είναι το γεγονός ότι αρκετοί ασθενείς συνεχίζουν μακροπρόθεσμα τη θεραπεία με τα παραπάνω φάρμακα. Σήμερα, αρκετοί ασθενείς που λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά και έχουν αντιμετωπίσει πλέον τα συμπτώματα της νόσου, αναρωτιούνται αν έχουν ακόμα οφέλη από τη συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής.

Συγκεκριμένα, οι ασθενείς με κατάθλιψη ανησυχούν αν η διακοπή των αντικαταθλιπτικών μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της νόσου. Οι περισσότερες έρευνες που είχαν εξετάσει το παραπάνω ερώτημα ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με ασθενείς που έπαιρναν αντικαταθλιπτικά για 8 μήνες ή λιγότερο. Κατά συνέπεια, δεν γνωρίζουμε τι ισχύει για τους ασθενείς που παίρνουν τα φάρμακα αυτά για μεγαλύτερη διάρκεια.

Τα παραπάνω ερωτήματα προσπάθησε να απαντήσει μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine.

Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 478 ασθενείς που έκαναν θεραπεία με αντικαταθλιπτικά μακροπρόθεσμα, με το 70% να παίρνει τα φάρμακα αυτά για 3 χρόνια ή περισσότερο. Όλοι οι ασθενείς είχαν ιστορικό τουλάχιστον 2 επεισοδίων κατάθλιψης και έπαιρναν αντικαταθλιπτικά για 9 μήνες ή περισσότερο. Επιπλέον, σε όλους τα συμπτώματα της κατάθλιψης είχαν υποχωρήσει πλήρως, όπως πίστευαν, επομένως θεωρητικά θα μπορούσαν να σταματήσουν τη φαρμακευτική τους αγωγή.

Όλοι οι ασθενείς μίλησαν με έναν από τους επιστήμονες της μελέτης και ακολούθως εξαιρέθηκαν αυτοί που πληρούσαν ακόμα τα κριτήρια για την κλινική διάγνωση της κατάθλιψης. Στην έρευνα εξετάστηκαν εθελοντές που έπαιρναν σερτραλίνη, σιταλοπράμη ή φλουοξετίνη, δηλαδή τα 3 συχνότερα φάρμακα για την κατάθλιψη. Τα φάρμακα αυτά ανήκουν στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) και πρακτικά αυξάνου τα επίπεδα της σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Ένα άλλο φάρμακο που επίσης εξετάστηκε στη μελέτη ήταν η μιρταζαπίνη, ένα σχετικά νέο αντικαταθλιπτικό φάρμακο.

Οι εθελοντές χωρίστηκαν ακολούθως σε δύο ομάδες εκ των οποίων η πρώτη συνέχισε κανονικά τη θεραπεία με τα αντικαταθλιπτικά, ενώ η δεύτερη σταμάτησε τη λήψη τους. Στη δεύτερη ομάδα, η δόση των φαρμάκων μειώθηκε σταδιακά και μετά από 2 μήνες ο οι ασθενείς έπαιρναν μόνο placebo. Η πρώτη ομάδα συνέχισε να παίρνει τα φάρμακα που έπαιρνε και πριν τη μελέτη.

Η μελέτη ήταν «διπλά τυφλή». Αυτό σημαίνει ότι ούτε οι ασθενείς ούτε οι γιατροί γνώριζαν σε ποια ομάδα ανήκει ο κάθε ασθενής. Με την προσέγγιση αυτή περιορίζεται σημαντικά η επίδραση του φαινομένου placebo. Οι εθελοντές επισκέφθηκαν ξανά τους γιατρούς στις 6, 12, 26, 39 και 52 εβδομάδες από την αρχή της μελέτης.

Στην ομάδα που σταμάτησε τη θεραπεία με αντικαταθλιπτικά, το 56% παρουσίασε υποτροπή της νόσου μέσα σε 1 χρόνο από τη διακοπή του φαρμάκου. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα που συνέχισε κανονικά τη φαρμακευτική αγωγή ήταν 39%. Κατά συνέπεια, φαίνεται ότι ορισμένοι ασθενείς δεν μπορούν να διακόψουν τη θεραπεία με τα αντικαταθλιπτικά. Η συνέχιση της θεραπείας με αντικαταθλιπτικά δεν προκάλεσε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε κανέναν από τους ασθενείς της μελέτης.

Βέβαια, θα πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής δεν ήταν ικανή να αποτρέψει την υποτροπή της νόσου σε όλους τους ασθενείς. Όπως προαναφέρθηκε, το 39% των ασθενών που συνέχισαν να παίρνουν κανονικά αντικαταθλιπτική θεραπεία παρουσίασαν συμπτώματα κατάθλιψης ξανά στο ίδιο διάστημα.

Το 44% Δεν Παρουσίασε Υποτροπή παρά τη Διακοπή της Θεραπείας

Στην παρούσα μελέτη, αρκετοί ασθενείς κατάφεραν να διακόψουν τη θεραπεία με αντικαταθλιπτικά χωρίς να παρουσιάσουν υποτροπή της νόσου. Στην ομάδα που σταμάτησε τη λήψη αντικαταθλιπτικών, το 44% δεν παρουσίασε κανένα σύμπτωμα κατάθλιψης 1 χρόνο μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Μάλιστα, ακόμα και σε αυτούς που παρουσίασαν υποτροπή της νόσου, μόλις το 50% ξεκίνησε ξανά τη λήψη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων.

Προφανώς, αρκετοί ασθενείς μπορεί να αποφασίσουν να σταματήσουν τη λήψη των παραπάνω φαρμάκων μετά από συνεννόηση με το γιατρό τους, γνωρίζοντας ότι υπάρχει ενδεχόμενο να παρουσιάσουν συμπτώματα κατάθλιψης. Αν ένας ασθενής που σταματά την αντικαταθλιπτική αγωγή επισκέπτεται το γιατρό του τακτικά, θα μπορεί ίσως να αποτρέψει ένα νέο επεισόδιο κατάθλιψης μέσω της ψυχοθεραπείας.

Σήμερα, δεν είναι ακόμα σαφές ποιο ποσοστό ασθενών θα παρουσιάσει συμπτώματα στέρησης μετά τη διακοπή των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Στην παρούσα μελέτη, ακόμα και ο σταδιακός περιορισμός της δόσης σε ένα διάστημα 2 μηνών, συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης των παραπάνω συμπτωμάτων, συγκριτικά με αυτούς που συνέχισαν τη θεραπεία. Ωστόσο, μέχρι το τέλος της μελέτης (1 χρόνο αργότερα) το 59% στην ομάδα που σταμάτησε τη λήψη των φαρμάκων, δεν είχε ξεκινήσει ξανά την αντικαταθλιπτική θεραπεία.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποιοι ασθενείς θα παρουσιάσουν υποτροπή μετά τη διακοπή της θεραπείας με αντικαταθλιπτικά. Προκειμένου να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να γίνουν νέες ειδικές μελέτες.

Ωστόσο, η έρευνα δίνει μία εκτίμηση σχετικά με τον κίνδυνο υποτροπής από τη διακοπή των παραπάνω φαρμάκων, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει τόσο γιατρούς όσο και ασθενείς να λάβουν την απόφαση για τη διακοπή ή συνέχιση της παραπάνω θεραπείας.