Κοιτώντας στον περιοδικό πίνακα, βλέπουμε αρκετά μέταλλα που είναι απαραίτητα για τη ζωή, όπως το νάτριο, το κάλιο, το μαγνήσιο και το ασβέστιο. Εκτός από τα παραπάνω, ο οργανισμός μας χρησιμοποιεί και βαρέα μέταλλα, όπως ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος και ο χαλκός. Μάλιστα, σχεδόν το 50% του συνόλου των πρωτεϊνών περιέχει κάποιο μέταλλο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα γνωρίζουν ότι ο σίδηρος παίζει σημαντικό ρόλο στο αίμα. 4 άτομα σιδήρου χρησιμοποιούνται στο μόριο της αιμοσφαιρίνης, της πρωτεΐνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων που αποθηκεύει και μεταφέρει το οξυγόνο. Κάθε κύτταρο του οργανισμού χρειάζεται οξυγόνο για την καύση της γλυκόζης, η οποία προσφέρει στο κύτταρο την ενέργεια που χρειάζεται να για επιτελέσει τις διάφορες λειτουργίες του. Καθώς το αίμα περνά από ένα περιβάλλον πλούσιο σε οξυγόνο, όπως οι πνεύμονες, τα άτομα σιδήρου προσδένονται στα άτομα οξυγόνου. Αργότερα, τα τελευταία άτομα απελευθερώνονται σε όργανα όπου υπάρχει αυξημένη κατανάλωση ενέργειας, όπως για παράδειγμα κατά τη σύσπαση ενός μυός.

Ο σίδηρος παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη νευρολογική ανάπτυξη του οργανισμού. Τα παιδιά που δεν λαμβάνουν αρκετό σίδηρο κατά τις πρώτες 1000 ημέρες ζωής έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν μειωμένη προσοχή, δυσκολία να κατανοήσουν διάφορες έννοιες, ευερεθιστότητα, κοινωνική απομόνωση, καθυστέρηση στην ομιλία, καθώς και διαταραχές της κινητικότητας.

Η ανεπάρκεια σιδήρου στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό, χαμηλό βάρος γέννησης ή ασφυξία κατά το τοκετό. Στην έγκυο, η ανεπάρκεια σιδήρου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων, προεκλαμψίας και αιμορραγίας. Περίπου το 20% των θανάτων σε εγκύους παγκοσμίως αποδίδεται σε αναιμία ή ανεπάρκεια σιδήρου.

Ο όρος «αναιμία» πρακτικά περιγράφει οποιαδήποτε πάθηση που χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης. Όταν ο οργανισμός δεν έχει επαρκείς ποσότητες σιδήρου για να παρασκευάσει αιμοσφαιρίνη, δεν μπορεί να μεταφέρει εύκολα το οξυγόνο. Κατά συνέπεια, μπορεί να εμφανιστεί αίσθημα κόπωσης, λιποθυμίες, δύσπνοια, κατάθλιψη, κεφαλαλγία, αίσθημα παλμών ή, σπανιότερα, διαταραχές της καρδιακής λειτουργίας.

Περίπου 2 δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως δεν λαμβάνουν επαρκείς ποσότητες σιδήρου από τη διατροφή τους. Ο οργανισμός μπορεί να αποθηκεύσει κάποια ποσότητα σιδήρου, ωστόσο αυτή δεν επαρκεί για τις καθημερινές μας ανάγκες, επομένως είναι απαραίτητο να λαμβάνουμε το μέταλλο από τη διατροφή μας. Το κρέας και το ψάρι έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο. Το μέταλλο αυτό βρίσκεται επίσης σε αρκετά λαχανικά, φρούτα, σιτηρά και γαλακτοκομικά. Αρκετά τρόφιμα, ωστόσο, μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση του σιδήρου. Για παράδειγμα, η ταννίνη που βρίσκεται στο τσάι μειώνει το διαθέσιμο προς απορρόφηση σίδηρο κατά περίπου 1/3. Αντίθετα, ο χυμός πορτοκαλιού διπλασιάζει την απορρόφηση σιδήρου. Κατά συνέπεια, η ποσότητα του σιδήρου που αναγράφεται στα τρόφιμα δεν ταυτίζεται με αυτή που απορροφά ο οργανισμός.

Τα άτομα που κάνουν διατροφή με σιτηρά και ρύζι (η πλειοψηφία του πληθυσμού στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα παγκοσμίως) έχουν συχνά αρκετές ανεπάρκειες μετάλλων. Μία μορφή φωσφόρου στο κέλυφος των σιτηρών έχει προσδεθεί με σίδηρο, ψευδάργυρο και μαγγάνιο με σκοπό να διατηρήσει τα μέταλλα αυτά στο φυτό. Ωστόσο, τα θηλαστικά δεν έχουν τα απαραίτητα ένζυμα για να διασπάσουν τις παραπάνω ουσίες, επομένως δεν είναι δυνατό να λάβουμε το σίδηρο από τα παραπάνω τρόφιμα.

Οι άνθρωποι που δεν έχουν οικονομική ευχέρεια δεν μπορούν να κάνουν σωστή διατροφή ούτε να αγοράσουν συμπληρώματα σιδήρου. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, αρκετά παιδιά μεγαλώνουν επίσης με διατροφή φτωχή σε σίδηρο, ενώ και οι ελλείψεις άλλων βιταμινών, όπως η Α, επίσης επιδεινώνουν την αναιμία.

Το 2000, τα Ηνωμένα Έθνη έθεσαν 8 στόχους για τη νέα χιλιετία (Millennium Development Goals ή MDGs). Σχεδόν κάθε χώρα συμφώνησε να στην ουτοπική προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η παγκόσμια φτώχια και πείνα. Αν και υπήρχαν καλές προθέσεις, προφανώς δεν υπήρχε ποτέ πιθανότητα να επιτευχθεί το παραπάνω εγχείρημα.

Ο 5ος στόχος που έθεσε ο ΟΗΕ στα MDGs ήταν η βελτίωση της υγείας των γυναικών, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο περιορισμός της αναιμίας στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Το 2015, αφού τελικά δεν είχε επιτευχθεί κανένας από τους 8 στόχους των MDGs, ο ΟΗΕ έθεσε 17 νέους στόχους. Ένας από αυτούς ήταν και πάλι ο περιορισμός των περιστατικών αναιμίας στις γυναίκες. Το 2020, καμία χώρα δεν είχε επιτύχει το όριο που έθεσε ο ΟΗΕ.

Σήμερα, σύμφωνα με δεδομένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 40% των εγκύων παγκοσμίως έχουν αναιμία, ενώ το ίδιο ισχύει και για το 42% των παιδιών ηλικίας κάτω των 5. Το 1/3 όλων των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας έχουν χαμηλά επίπεδα σιδήρου. Προφανώς, η αναιμία μπορεί να επηρεάσει και τους άνδρες. Τα περιστατικά αναιμίας δεν περιορίζονται μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες. Δεδομένα από τις ΗΠΑ για παράδειγμα έχουν δείξει ότι το 15% περίπου των εγκύων στη χώρα έχουν επίπεδα σιδήρου κάτω από το επιθυμητό όριο.

Σήμερα, γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε το παραπάνω πρόβλημα. Το 2020, δημοσιεύτηκε στο BMC Medicine μία μετα-ανάλυση με δεδομένα από 129 χώρες. Η ανάλυση αυτή έχει 3 συγκεκριμένες προτάσεις οι οποίες μπορούν να περιορίσουν δραστικά τα ποσοστά αναιμίας στις γυναίκες μέχρι το 2030. Αυτές περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση της ελονοσίας στις εγκύους, τη χορήγηση συμπληρωμάτων φολικού οξέος και σιδήρου σε όλες τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και τη χορήγηση συμπληρωμάτων με μικροθρεπτικές ουσίες σε όλες τις εγκύους. Το κόστος για την εφαρμογή των παραπάνω παρεμβάσεων εκτιμήθηκε σε περίπου 17 εκατομμύρια δολάρια σε ένα διάστημα 9 ετών.