Γνωρίζουμε σήμερα ότι αρκετοί ασθενείς που νοσούν από COVID-19 θα συνεχίσουν να έχουν ορισμένα συμπτώματα της λοίμωξης μετά την αποδρομή της τελευταίας, σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται πλέον long COVID.

Έρευνες που εξέτασαν χιλιάδες ασθενείς που ανάρρωσαν από τον ιό κατάφεραν να αναδείξουν μία εκτεταμένη λίστα συμπτωμάτων τα οποία περιλαμβάνουν αίσθημα κόπωσης, ξηρό βήχα, δύσπνοια, κεφαλαλγία και μυαλγίες, μεταξύ άλλων. Μία έρευνα από το University College του Λονδίνου κατάφερε να αναδείξει συνολικά 205 διαφορετικά συμπτώματα της long COVID εξετάζοντας περισσότερους από 3.500 ασθενείς. Τον 6ο μήνα μετά την ανάρρωση από τη λοίμωξη μάλιστα, τα συχνότερα συμπτώματα ήταν το αίσθημα κόπωσης, η κακουχία μετά την άσκηση και οι διαταραχές των γνωστικών λειτουργιών. Τα συμπτώματα αυτά, όπως διαπίστωσε η παραπάνω μελέτη, παρουσίαζαν εξάρσεις και υφέσεις στους ασθενείς.

Τους πρώτους μήνες της πανδημίας, η επιστημονική κοινότητα είχε επικεντρωθεί περισσότερο στην αντιμετώπιση των οξέων λοιμώξεων από τον ιό, με αποτέλεσμα οι χρόνιες επιδράσεις του τελευταίου να περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Σήμερα, ωστόσο, η long COVID έχει αναγνωριστεί πλέον επίσης ως κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Τον Ιανουάριο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναθεώρησε τις οδηγίες του για την αντιμετώπιση της COVID-19, τονίζοντας ότι όλοι οι ασθενείς που αναρρώνουν από τον ιό θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά την ανάρρωσή τους.

Καθώς ο αριθμός των περιστατικών της COVID-19 έχει ήδη ξεπεράσει τα 180 εκατομμύρια παγκοσμίως, είναι βέβαιο ότι η long COVID είναι ένα πρόβλημα που θα μας απασχολήσει τα επόμενα χρόνια. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τα 4 σημαντικότερα ερωτήματα για την long COVID τα οποία εξετάζονται σήμερα από την επιστημονική κοινότητα.

Ποιο Ποσοστό Ασθενών Παρουσιάζει Long COVID και Ποιοι Κινδυνεύουν Περισσότερο;

Σήμερα έχουμε πλέον αρκετά δεδομένα σχετικά με τη συχνότητα της long COVID, ωστόσο ακόμα δεν γνωρίζουμε ποιοι είναι οι ασθενείς που κινδυνεύουν περισσότερο ή γιατί κάποιοι ασθενείς δεν παρουσιάζουν τη νόσο.

Οι πρώτες μελέτες που ασχολήθηκαν με τη long COVID εξέτασαν κυρίως ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με οξεία COVID-19. Μία ανάλυση που δημοσιεύτηκε στις 22 Μαρτίου συγκέντρωσε τα δεδομένα 9 ερευνών για τη long COVID. Όπως διαπίστωσε ένα ποσοστό ανάμεσα στο 32.6% και το 87.4% των ασθενών παρουσιάζει τουλάχιστον ένα χρόνιο σύμπτωμα το οποίο παραμένει για αρκετούς μήνες μετά την ανάρρωση από τη λοίμωξη.

Ωστόσο, η πλειοψηφία των ασθενών με COVID-19 είτε δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα κατά τη λοίμωξη με τον ιό είτε παρουσιάζει ήπια συμπτώματα που δεν χρειάζονται νοσηλεία. Κατά συνέπεια, ένας καλύτερος τρόπος για να εκτιμηθεί η πραγματική συχνότητα της long COVID είναι να διεξαχθούν μελέτες σε ασθενείς που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό. Μία τέτοια μελέτη έγινε από το UK Office of National Statistics (ONS). Η μελέτη αυτή εξέτασε πάνω από 20.000 εθελοντές που είχαν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 μετά τον Απρίλιο του 2020. Στην πιο πρόσφατη ανάλυση των παραπάνω δεδομένων, η οποία δημοσιεύτηκε την 1η Απριλίου του 2021, διαπιστώθηκε ότι το 13.7% των ασθενών έχουν ακόμα κάποιο σύμπτωμα 12 εβδομάδες μετά την ανάρρωσή τους από τον ιό.

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι πάνω από 1 στους 10 ασθενείς που νοσούν από COVID-19 θα παρουσιάσουν χρόνια συμπτώματα. Αν υποθέσουμε ότι η συχνότητα αυτή επαληθεύεται σε όλους τους ασθενείς, αυτό σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή πάνω από 16 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως πάσχουν από long COVID.

Σήμερα, φαίνεται επίσης ότι η long COVID είναι συχνότερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Στην ίδια ανάλυση του ONS διαπιστώθηκε ότι το 23% των γυναικών και το 19% των ανδρών είχαν ακόμα συμπτώματα 5 εβδομάδες μετά τη λοίμωξη. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι αν και οι άνδρες έχουν αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν από τον ιό, οι γυναίκες έχουν υψηλότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν χρόνια συμπτώματα από αυτόν.

Αυτή τη στιγμή φαίνεται επίσης ότι υπάρχει διαφοροποίηση στον κίνδυνο εμφάνισης long COVID ανάλογα με την ηλικία. Σύμφωνα με δεδομένα από τον ίδιο οργανισμό, το 25.6% των ασθενών ηλικίας 35-49 ετών έχει ακόμα συμπτώματα 5 εβδομάδες μετά την ανάρρωσή του από την COVID-19. Η συχνότητα της long COVID είναι χαμηλότερη τόσο στις μικρότερες όσο και στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Στους ηλικιωμένους, η μειωμένη συχνότητα της long COVID αποδίδεται πιθανώς στο γεγονός ότι οι περισσότεροι ασθενείς καταλήγουν. Στα παιδιά, αντιθέτως, αν και τα ποσοστά της νόσου είναι σχετικά χαμηλά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι σημαντικά. Συγκεκριμένα, στα παιδιά ηλικίας 2-11 ετών, το 9.8% είχε ακόμα συμπτώματα 5 εβδομάδες μετά την ανάρρωση, όπως παρατήρησε η ίδια μελέτη, γεγονός που δείχνει ότι η long COVID επηρεάζει και αυτό τον πληθυσμό.

Η ηλικία και το φύλο αποτελούν ισχυρούς προγνωστικούς παράγοντες για τον κίνδυνο εμφάνισης long COVID. Μία μελέτη που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάρτιο παρουσίασε ένα μοντέλο το οποίο κατάφερε να προβλέψει με ακρίβεια ποιοι ασθενείς θα εμφανίσουν long COVID χρησιμοποιώντας αποκλειστικά την ηλικία, το φύλο και τον αριθμό των συμπτωμάτων που παρουσίασαν οι ασθενείς κατά την 1η εβδομάδα της νόσησης.

Ποιοι είναι οι Μηχανισμοί που Ενοχοποιούνται για την Εμφάνιση της Long Covid;

Αν και οι επιστήμονες παρακολουθούν ενδελεχώς τα συμπτώματα της long COVID, προς το παρόν δεν έχουν καταφέρει να αποδώσουν την εμφάνισή τους σε κάποιο συγκεκριμένο παράγοντα. Αυτή τη στιγμή γνωρίζουμε ότι οι ασθενείς με long COVID έχουν συνήθως διαταραχές σε αρκετά όργανα, γεγονός που δείχνει ότι αποτελεί πιθανώς πολυσυστηματική διαταραχή.

Επιπλέον, στους περισσότερους ασθενείς δεν ανιχνεύονται σωματίδια του ιού, γεγονός που δείχνει ότι τα συμπτώματα δεν αποδίδονται στον τελευταίο. Ωστόσο, ορισμένα τμήματα του ιού, όπως για παράδειγμα πρωτεϊνικά μόρια, μπορεί να παραμείνουν στον οργανισμό για αρκετούς μήνες, επηρεάζοντας έτσι διάφορα όργανα παρά το γεγονός ότι δεν μπορούν να μολύνουν κύτταρα.

Μία άλλη θεωρία είναι ότι η long COVID ενδεχομένως αποδίδεται σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, γεγονός που την καθιστά αυτοάνοση νόσο. Ο SARS-CoV-2 αποτελεί μία «πυρηνική βόμβα» για το ανοσοποιητικό σύστημα και μπορεί να επηρεάσει αρκετά κομμάτια του τελευταίου. Ορισμένες από τις μεταβολές που προκαλεί μπορεί να παραμείνουν και μετά την αποδρομή της λοίμωξης, φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και σε άλλες ιογενείς λοιμώξεις.

Προς το παρόν είναι ακόμα αδύνατο να γνωρίζουμε ποια από τις παραπάνω θεωρίες ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ωστόσο ενδέχεται σε κάθε ασθενή να ενοχοποιούνται διαφορετικοί μηχανισμοί.

Ορισμένες επιστήμονες έχουν εφαρμόσει ήδη νέες προσεγγίσεις με σκοπό να κατανοήσουν καλύτερα τους βιολογικούς μηχανισμούς του ιού. Στη μελέτη PHOSP-COVID, για παράδειγμα, στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 1000 εθελοντές, οι επιστήμονες λαμβάνουν δείγματα αίματος στα οποία αναζητούν ενδείξεις φλεγμονής, καρδιαγγειακών προβλημάτων ή άλλους δείκτες. Η έρευνα έχει διαπιστώσει μέχρι στιγμής διαταραχές στα επίπεδα των κυτταροκινών (μόρια που ρυθμίζουν την ανοσιακή απόκριση), αλλά και σε δείκτες που συνδέονται με τη δυσλειτουργία των νευρώνων.

Αν κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς της νόσου, θα ανοίξει ο δρόμος για την ανάπτυξη θεραπειών. Προς το παρόν, ωστόσο, δεν φαίνεται ότι υπάρχει μία μοναδική αιτία για την long COVID. Οι περισσότεροι επιστήμονες πιστεύουν ότι η εμφάνιση της νόσου αποδίδεται σε ένα συνδυασμό διαφορετικών μηχανισμών, επομένως τα αίτια ενδεχομένως διαφέρουν σε κάθε ασθενή και δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος κλινικός φαινότυπος.

Οι επιστήμονες της μελέτης PHOSP-COVID προσπάθησαν να απαντήσουν σε ορισμένα από τα παραπάνω ερωτήματα στη δημοσίευση των πρωίμων αποτελεσμάτων τους στις 25 Μαρτίου. Τα αποτελέσματα αυτά αφορούν 1.077 ασθενείς με COVID-19. Οι ασθενείς αυτοί παρουσίασαν ένα μεγάλο εύρος συμπτωμάτων, από φυσικά συμπτώματα μέχρι άγχος και διαταραχές των γνωστικών λειτουργιών. Η έρευνα είχε επίσης δεδομένα για την ηλικία και το φύλο των εθελοντών, καθώς και για τους βιοχημικούς δείκτες τους, όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, ένας δείκτης φλεγμονής. Η επιστημονική ομάδα χρησιμοποίησε μαθηματικά εργαλεία με σκοπό να ομαδοποιήσει τους ασθενείς που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Αν και η σοβαρότητα της long COVID δεν συνδέθηκε τελικά ούτε με τα επίπεδα των οργανικών βλαβών, ούτε με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων κατά την οξεία φάση της COVID-19, η ανάλυση κατάφερε να διαχωρίσει τους ασθενείς σε 4 χαρακτηριστικές ομάδες.

Οι 3 ομάδες είχαν διαφορετικού βαθμού σωματικά και ψυχικά συμπτώματα, χωρίς ωστόσο να παρουσιάζουν έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, ενώ η 4η ομάδα είχε ασθενείς με μέτρια σωματικά ή ψυχικά συμπτώματα αλλά σοβαρή διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών.

Πώς Συνδέεται η Long COVID με τα Υπόλοιπα Μετα-Ιικά Σύνδρομα;

Η εμφάνιση της long COVID δεν προκάλεσε έκπληξη σε αρκετούς επιστήμονες. Σύμφωνα με τον Anthony Komaroff, ένα παθολόγο από το Πανεπιστήμιο του Harvard στη Βοστόνη, η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά την αποδρομή μίας ιογενούς λοίμωξης είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα.

Το Μάρτιο, η MEAction, ένας οργανισμός που ασχολείται με το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, έκανε ένα διαδικτυακό σεμινάριο στο οποίο συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο εμφάνισης του συνδρόμου μετά την αποδρομή μίας ιογενούς λοίμωξης. Οι ασθενείς που πάσχουν από σύνδρομο χρόνιας κόπωσης παρουσιάζουν εξουθενωτικά συμπτώματα ακόμα και μετά από ήπια άσκηση, σε συνδυασμό με άλλα συμπτώματα, όπως οι κεφαλαλγίες. Στο παρελθόν έχουν καταγραφεί αρκετά περιστατικά εμφάνισης του συνδρόμου μετά την ανάρρωση από μία ιογενή λοίμωξη.

Η COVID-19 δεν είναι η μοναδική ιογενής λοίμωξη που έχει συνδεθεί με την εμφάνιση χρονίων συμπτωμάτων. Μία μελέτη που εξέτασε 253 ασθενείς με ιογενείς ή βακτηριακές λοιμώξεις, διαπίστωσε ότι μετά από 6 μήνες, το 12% των ασθενών είχε ακόμα συμπτώματα όπως «έντονο αίσθημα κόπωσης, μυοσκελετικό άλγος, νευρολογικά συμπτώματα και διαταραχές της διάθεσης». Το ποσοστό αυτό, όπως παρατηρούμε, είναι παραπλήσιο με αυτό των ασθενών που παρουσιάζουν long COVID.

Ορισμένοι ασθενείς με long COVID πιθανώς πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, σύμφωνα με τον Komaroff, ωστόσο υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις δύο νόσους. Για παράδειγμα, οι ασθενείς με long COVID αναφέρουν συχνότερα δύσπνοια σε σχέση με αυτούς που πάσχουν από σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Επιπλέον, αν η long COVID διαχωριστεί τελικά σε πολλαπλά σύνδρομα, αυτό θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τη σύγκρισή της με το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

Οι επιστήμονες της μελέτης PHOSP-COVID σκοπεύουν να συνεργαστούν με άλλες ομάδες με σκοπό να ενισχύσουν τα αποτελέσματα της έρευνάς τους. Η μελέτη DecodeME, για παράδειγμα, η οποία αναζητεί γενετικούς παράγοντες που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, θα μοιραστεί τα δεδομένα της με την PHOSP-COVID.

Υπάρχουν Θεραπείες για την Long COVID;

Αυτή τη στιγμή οι θεραπευτικές επιλογές για τη διαταραχή είναι πολύ περιορισμένες.

Ορισμένες χώρες έχουν ανοίξει ειδικές κλινικές για τους ασθενείς με long COVID. Στη Γερμανία, μία εταιρία που λέγεται MEDIAN έχει αρχίσει να δέχεται ασθενείς με long COVID σε ορισμένες κλινικές αποκατάστασης που διαθέτει. Στην Αγγλία, το NHS έχει επενδύσει ήδη 10 εκατομμύρια λίρες σε 69 κλινικές που ασχολούνται με την αντιμετώπιση της διαταραχής.

Αν και αυτό είναι ένα θετικό πρώτο βήμα, στην πραγματικότητα αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν evidence-based θεραπείες για τη long COVID. Καθώς η νόσος επηρεάζει αρκετά οργανικά συστήματα, ενδεχομένως για τη θεραπεία των ασθενών θα χρειαστεί η συνεργασία αρκετών ειδικοτήτων.

Ορισμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι  η νόσος θα πρέπει να αναγνωριστεί ως αναπηρία, καθώς οι ασθενείς χρειάζεται να παραμείνουν στο σπίτι για μεγάλο διάστημα και θα πρέπει να υποστηρίζονται οικονομικά μέχρι την πλήρη ανάρρωσή τους.

Αυτή τη στιγμή εξετάζονται και ορισμένα φάρμακα για την αντιμετώπιση της νόσου. Η εταιρία βιοτεχνολογίας PureTech Health από τη Βοστόνη, ανακοίνωσε το Δεκέμβριο ότι ξεκινά τις κλινικές δοκιμές για τη δεουπιρφενιδόνη, ένα αντιινωτικό και αντιφλεγμονώδες φάρμακο. Τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης αναμένονται στο 2ο μισό του 2021. Στη Μεγάλη Βρετανία, μία επιστημονική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Cambridge έχει ξεκινήσει τη μελέτη HEAL-COVID η οποία αναζητεί μεθόδους για την πρόληψη της long COVID. Στα πλαίσια της παραπάνω μελέτης, ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 θα λάβουν απιξαμπάνη, ένα φάρμακο που μειώνει τον κίνδυνο θρομβώσεων, ή ατορβαστατίνη, ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο. Στις ΗΠΑ, το NIH έχει χρηματοδοτήσει μία κλινική δοκιμή με φάρμακα τα οποία μπορούν να λάβουν οι ασθενείς με COVID-19 στο σπίτι τους. Οι επιστήμονες θα παρακολουθήσουν την πορεία των ασθενών για 90 ημέρες με σκοπό να διαπιστώσουν αν τα φάρμακα βοηθούν στην πρόληψη της long COVID.

Τέλος, θα πρέπει να διαπιστωθεί αν τα εμβόλια έχουν επίσης χρησιμότητα στην πρόληψη της long COVID. Αν και γνωρίζουμε ότι μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από τον ιό, αυτή τη στιγμή δεν είναι σαφές αν μπορούν να προστατεύσουν από την εμφάνιση long COVID.

Τι συμβαίνει όμως με τα εμβόλια στους ασθενείς που παρουσιάζουν ήδη συμπτώματα long COVID; Μία μελέτη από τη Μεγάλη Βρετανία που εξέτασε 800 ασθενείς με long COVID, διαπίστωσε ότι το 57% των ασθενών παρουσίασε υποχώρηση των συμπτωμάτων μετά τη χορήγηση της 1ης δόσης του εμβολίου, το 24% δεν παρουσίασε καμία αλλαγή στα συμπτώματα, ενώ στο 19% παρατηρήθηκε επιδείνωση.

Αυτή τη στιγμή, διεξάγεται επίσης μία μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Yale στις ΗΠΑ, η οποία εξετάζει τις επιδράσεις των εμβολίων σε ασθενείς που πάσχουν ήδη από long COVID. Μία θεωρία είναι ότι το εμβόλιο μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα των ασθενών εξαλείφοντας τα σωματίδια ή τα τμήματα του ιού που παραμένουν στον οργανισμό, ενισχύοντας επίσης τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τα αποτελέσματα των παραπάνω μελετών θα μας δώσουν μία καλύτερη εικόνα για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων στους ασθενείς που ήδη νόσησαν από COVID-19.

Ακολουθήστε μας στο Google News για την έγκυρη επιστημονική ενημέρωσή σας, έγκαιρα!

Μην χάσετε:
Σχετικά Αρθρα