Αρχική Ενημέρωση Κορονοϊός COVID-19: Τι Μάθαμε από την Πρώτη Κλινική Δοκιμή Πρόκλησης;

COVID-19: Τι Μάθαμε από την Πρώτη Κλινική Δοκιμή Πρόκλησης;

0

Η πρώτη έρευνα που μόλυνε εσκεμμένα υγιείς, νεαρούς εθελοντές με τον ιό SARS-CoV-2 κατέληξε σε ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, οι οποίες έχουν αναρτηθεί αυτή τη στιγμή σε μία προδημοσίευση στην ιστοσελίδα In Review. Η μελέτη αυτή κατάφερε να αποτυπώσει με λεπτομέρεια την πορεία που ακολουθεί η COVID-19 λοίμωξη, από την είσοδο του ιού στον οργανισμό, μέχρι το σημείο της τελικής εκρίζωσής του από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Στη μελέτη αυτή, οι επιστήμονες εξέτασαν συνολικά 34 υγιείς εθελοντές ηλικίας 18-30 ετών, κανένας από τους οποίους δεν είχε ιστορικό COVID-19 στην αρχή της έρευνας. Όλοι οι εθελοντές είχαν αρνητικές εξετάσεις αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 γεγονός που πρακτικά επιβεβαίωσε ότι πράγματι δεν είχαν μολυνθεί με τον ιό στο παρελθόν.

Στο επόμενο κομμάτι της έρευνας, οι επιστήμονες χορήγησαν στους ασθενείς χαμηλές δόσεις του ιού μέσω ρινικών σταγονιδίων. Τα σταγονίδια αυτά είχαν περίπου την ίδια ποσότητα του ιού με αυτή που βρίσκεται σε ένα σταγονίδιο από έναν ασθενή που νοσεί με COVID-19.

Στην έρευνα εξετάστηκε ένα στέλεχος της πανδημίας που κυκλοφόρησε για ένα μικρό διάστημα πριν την επικράτηση του στελέχους Άλφα. Το στέλεχος αυτό μοιάζει αρκετά με το αρχικό στέλεχος της πανδημίας, ωστόσο φέρει μία σημαντική μετάλλαξη, την D614G. Η μετάλλαξη αυτή επηρεάζει την πρωτεΐνη ακίδα του ιού, την οποία χρησιμοποιεί ο τελευταίος για να μολύνει τα κύτταρα του ανθρώπου, καθώς και τη μολυσματικότητα του ιού.

Μετά την έκθεσή τους στον ιό, οι 18 από τους εθελοντές παρουσίασαν λοίμωξη, ενώ οι 16 από αυτούς εκδήλωσαν και ήπια ή μέτρια συμπτώματα, όπως πονόλαιμο, κεφαλαλγία, μυαλγίες, αρθραλγίες, αίσθημα κόπωσης ή πυρετό. Σχεδόν το 1/3 των εθελοντών (13) παρουσίασε επίσης ανοσμία. Σε 10 εθελοντές η όσφρηση επανήλθε πλήρως εντός 3 μηνών, ωστόσο οι τελευταίοι τρεις είχαν ακόμα διαταραχές της όσφρησης μετά από αυτό το διάστημα.

Ευτυχώς, «στη μελέτη δεν παρουσιάστηκε κανένα σοβαρό σύμπτωμα», όπως ανέφερε ο επικεφαλής της μελέτης, Dr Christopher Chiu, λοιμωξιολόγος-ανοσολόγος από το Imperial College London. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της έρευνας αφορούν κυρίως τα περιστατικά ηπιότερης νόσησης από τον ιό, πρόσθεσε.

Στους 18 εθελοντές που παρουσίασαν λοίμωξη, η μέση περίοδος επώασης (δηλαδή ο χρόνος από την έκθεση στον ιό μέχρι την ανίχνευσή του στις εξετάσεις) ήταν 42 ώρες. Οι επιστήμονες λάμβαναν ρινοφαρυγγικά δείγματα από τους εθελοντές 2 φορές τη μέρα, τα οποία και χρησιμοποίησαν για εξετάσεις PCR.

Όπως διαπίστωσαν, η ποσότητα του ιού αυξήθηκε ταχύτατα κατά τη διάρκεια της περιόδου επώασης με αποτέλεσμα ο ιός να είναι ανιχνεύσιμος στο φάρυγγα 40 ώρες μετά την αρχική έκθεση και στη ρίνα 18 ώρες αργότερα.

Το μέγιστο ιικό φορτίο στους εθελοντές καταγράφηκε περίπου στις 5 ημέρες μετά την αρχική έκθεση στον ιό. Τα επίπεδα του ιού στο φάρυγγα ήταν χαμηλότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα επίπεδα στη ρίνα και έφτασαν την υψηλότερη τιμή τους νωρίτερα. Μία σημαντική παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι σχεδόν όλοι οι εθελοντές παρουσίασαν παρόμοιο ιικό φορτίο, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας των συμπτωμάτων τους.

Τα rapid test ήταν ικανά να ανιχνεύσουν επίσης τον ιό σε όλη τη διάρκεια της λοίμωξης, εκτός ίσως από τις πρώτες ημέρες, όταν τα επίπεδα του τελευταίου ήταν εξαιρετικά χαμηλά.

«Στην έρευνά μας η αποτελεσματικότητα των rapid test ήταν ικανοποιητική, αν και χαμηλότερη σε σχέση με την εξέταση PCR. Τις δύο πρώτες μέρες οι εξετάσεις αυτές είχαν σχετικά μειωμένη ευαισθησία, γεγονός που δείχνει ότι ενδέχεται να έχουμε ορισμένα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα σε αυτό το διάστημα. Το γεγονός αυτό πιθανώς διευκολύνει την εξάπλωση του ιού», ανέφερε ο Chiu.

Στο μέλλον, η επιστημονική ομάδα σκοπεύει να εξερευνήσει γιατί ορισμένοι εθελοντές δεν παρουσίασαν λοίμωξη με τον ιό, παρά το γεγονός ότι εκτέθηκαν σε αυτόν. Στην επόμενη κλινική δοκιμή πρόκλησης το στέλεχος που θα εξεταστεί είναι το Δέλτα (προς το παρόν δεν έχουν αναφέρει σχέδια για κλινική δοκιμή που θα εξετάσει το στέλεχος Όμικρον).

«Αν και οι μεταλλάξεις των νέων στελεχών έχουν επηρεάσει τη μολυσματικότητά τους, οι μηχανισμοί με τους οποίους προκαλούνται τα συμπτώματα του ιού δεν έχουν επηρεαστεί, επομένως οι παράγοντες που περιορίζουν τον κίνδυνο νόσησης είναι οι ίδιοι», κατέληξε ο Chiu.

«Με τα νεότερα στελέχη ενδέχεται να διαφέρει η ένταση της ανοσιακής απόκρισης, ωστόσο πιστεύουμε ότι η μελέτη μας θα είναι αντιπροσωπευτική και για αυτές τις λοιμώξεις».

Φωτογραφία: Karolina Grabowska / Pexels

Exit mobile version