COVID-19: Ποιοι Παράγοντες Επηρεάζουν τον Κίνδυνο Μετάδοσης του Ιού από ένα Φορέα;

Γνωρίζουμε σήμερα ότι ορισμένοι φορείς του SARS-CoV-2 έχουν αυξημένη πιθανότητα να μεταδώσουν τον ιό σε σχέση με άλλα. Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες εξετάζει ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την παραπάνω πιθανότητα.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 194 εθελοντές που είχαν μολυνθεί με τον SARS-CoV-2. Όπως διαπιστώθηκε, η μεγαλύτερη ηλικία, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) και η εντονότερη συμπτωματολογία της COVID-19 ήταν οι 3 παράγοντες που συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης του SARS-CoV-2 από τους φορείς σε άλλα άτομα.

Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας, φαίνεται ότι ο SARS-CoV-2 ακολουθεί το ίδιο μοντέλο μετάδοσης με προηγούμενους επιδημικούς ιούς, δηλαδή το 18% περίπου των φορέων ευθύνεται για το 80% των νέων μολύνσεων.

Όπως αναφέρει η έρευνα, το κλειδί της υπερμετάδοσης βρίσκεται στη βλέννη των αεραγωγών. Η πιθανότητα αποκόλλησης της βλέννης αυτής καθώς ο αέρας διέρχεται από αυτή φαίνεται ότι είναι ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει τον αριθμό των σωματιδίων που απελευθερώνονται κατά την αναπνοή.

«Οι παρατηρήσεις μας δείχνουν ότι η ικανότητα της βλέννης να παραμένει στους αεραγωγούς διαφέρει σημαντικά στα διάφορα άτομα. Άτομα με προχωρημένη λοίμωξη και υψηλότερο ΔΜΣ απελευθερώνουν συνήθως περισσότερα σωματίδια», αναφέρει η έρευνα.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, οι εθελοντές μεγαλύτερης ηλικίας με υψηλότερο ΔΜΣ και προχωρημένη λοίμωξη απελευθέρωναν σχεδόν τριπλάσια ποσότητα σωματιδίων με την αναπνοή.

Το μέγεθος των εκπνεομένων σωματιδίων έχει επίσης σημασία, καθώς μικρότερα αερολύματα ταξιδεύουν πιο μακριά, παραμένουν στον αέρα για μεγαλύτερη διάρκεια και φτάνουν πιο βαθιά στους πνεύμονες κατά την εισπνοή τους. Η έρευνα διαπίστωσε ότι τα σωματίδια της εκπνοής έχουν το μικρότερο μέγεθος περίπου 1 εβδομάδα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Παρόμοιες μεταβολές στον αριθμό και το μέγεθος των εκπνεομένων σωματιδίων έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν και στην οξεία φάση άλλων λοιμώξεων, όπως η φυματίωση.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις μπορεί να επηρεάσουν το βλεννογόνο των αεραγωγών, γεγονός που ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των παθογόνων σε αυτό το περιβάλλον.

Καθώς όλοι απελευθερώνουμε σωματίδια του ιού κατά την αναπνοή, το βήχα ή το φτέρνισμα, εφόσον έχουμε μολυνθεί, ανεξαρτήτως ηλικίας ή φυσικής κατάστασης, οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι θα πρέπει να τηρούμε τα μέτρα πρόληψης σε όποια ηλικιακή ομάδα κι αν ανήκουμε, προκειμένου να περιορίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τη μετάδοση του ιού σε άλλα άτομα.

«Αν και τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι τα άτομα νεαρής ηλικίας απελευθερώνουν γενικά λιγότερα σωματίδια συγκριτικά με τους ηλικιωμένους, επιβεβαίωσαν επίσης ότι οποιοσδήποτε φορέας μπορεί να απελευθερώσει σωματίδια εφόσον μολυνθεί με τον ιό», αναφέρει η έρευνα.

Ακόμα και μετά την έναρξη του μαζικού εμβολιασμού παγκοσμίως, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την πρόληψης της μετάδοσης του SARS-CoV-2 μέσω του άερα. Τα μέτρα πρόληψης μπορούν να περιορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις νοσηλείες και τους θανάτους από COVID-19, κατέληξαν.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PNAS.

Ακολουθήστε μας στο Google News για την έγκυρη επιστημονική ενημέρωσή σας, έγκαιρα!

Μην χάσετε:
Σχετικά Αρθρα