Αρχική Ενημέρωση Κορονοϊός Ασπιρίνη: Έχει Χρησιμότητα στην Αντιμετώπιση της COVID-19; Τα Τελευταία Δεδομένα

Ασπιρίνη: Έχει Χρησιμότητα στην Αντιμετώπιση της COVID-19; Τα Τελευταία Δεδομένα

0
aspirini-echei-chrisimotita-stin-antimetopisi-tis-covid-19-ta-teleftaia-dedomena

Οι ασθενείς με μέτρια COVID-19 έχουν συνήθως καλύτερη πρόγνωση αν λάβουν ασπιρίνη κατά την πρώτη ημέρα της νοσηλείας τους, σύμφωνα με δεδομένα από το NIH των ΗΠΑ.

Σε μία μεγάλη μελέτη παρατήρησης από το παραπάνω ινστιτούτο, διαπιστώθηκε ότι η χορήγηση ασπιρίνης συνδέεται με μειωμένη θνητότητα στις πρώτες 28 ημέρες της νοσηλείας (10.2% σε αυτούς που έλαβαν ασπιρίνη έναντι 11.8% στην ομάδα ελέγχου), χωρίς σημαντική αύξηση στις επιπλοκές αιμορραγίας από το γαστρεντερικό που συνδέονται με τη λήψη του παραπάνω φαρμάκου.

Στους ασθενείς που έλαβαν εγκαίρως ασπιρίνη, τα ποσοστά πνευμονικής εμβολής ήταν χαμηλότερα, κάτι που ωστόσο δεν παρατηρήθηκε με την εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, όπως ανέφερε ο επικεφαλής της μελέτης Jonathan Chow.

Όπως αναφέρει η επιστημονική ομάδα στο περιοδικό JAMA Network Open, τα αποτελέσματα αυτά ανοίγουν το δρόμο για τη χορήγηση του φαρμάκου στη μέτρια COVID-19.

«Παρά τα υψηλά ποσοστά εμβολιασμού στις ανεπτυγμένες χώρες, στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα έχει εμβολιαστεί μόλις το 10% του πληθυσμού. Τα παραπάνω χαμηλά ποσοστά εμβολιασμών καθώς και η επιβάρυνση στα συστήματα υγείας δημιουργούν ανάγκη για νέες θεραπείες της COVID-19, ιδιαίτερα στους ασθενείς με μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα», αναφέρουν οι συγγραφείς.

«Είναι απαραίτητο να γίνει άμεσα μία νέα κλινική δοκιμή η οποία θα εξετάσει ασθενείς με μέτρια COVID-19, προκειμένου να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αποτελεσματικότητα της ασπιρίνης», πρόσθεσαν.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η μελέτη RECOVERY από τη Μεγάλη Βρετανία, εξέτασε μεταξύ άλλων τη χορήγηση ασπιρίνης στην αντιμετώπιση της COVID-19, ωστόσο παρατήρησε ότι η θνητότητα από όλα τα αίτια ήταν παρόμοια στην ομάδα των ασθενών που έπαιρναν το φάρμακο, καθώς και στην ομάδα ελέγχου. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν ότι οι ασθενείς που έπαιρναν ασπιρίνη νοσηλεύτηκαν για μικρότερη διάρκεια σε σχέση με αυτούς της ομάδας ελέγχου.

Αντίστοιχα, η μελέτη REMAP-CAP διαπίστωσε ότι η αντιαιμοπεταλιακές θεραπείες δεν προσφέρουν οφέλη στους ασθενείς που νοσηλεύονται με COVID-19 στη ΜΕΘ.

Όπως υποστήριξε ο Chow Και οι συνεργάτες του, τα αποτελέσματα της μελέτης RECOVERY επηρεάστηκαν πιθανώς από το γεγονός ότι δεν εξέτασε ασθενείς που έπαιρναν αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα πριν τη νοσηλεία τους. Επιπλέον, η μελέτη αυτή είχε περιλάβει ελάχιστους ασθενείς με χρόνια νοσήματα.

Στη μελέτη της ομάδας του, οι ασθενείς που φάνηκε να ωφελούνται περισσότερο από τη χορήγηση ασπιρίνης ήταν οι ασθενείς άνω των 60 ετών, καθώς και οι ασθενείς με συννοσηρότητες.

«Αυτή είναι η τρίτη μελέτη μας που εξετάζει τη χορήγηση ασπιρίνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19. Παρατηρούμε συνεχώς ότι η ασπιρίνη συνδέεται με καλύτερη πρόγνωση και μειωμένα ποσοστά θνητότητας σε αυτούς τους ασθενείς. Επιπλέον, το φάρμακο αυτό έχει χαμηλό κόστος και εύκολη πρόσβαση, γεγονός που διευκολύνει τη χορήγησή του στις αναπτυσσόμενες χώρες», εξήγησε ο Chow.

Η παρούσα ανάλυση εξέτασε 112.269 ασθενείς με μέτρια COVID-19 που νοσηλεύτηκαν σε 64 συστήματα υγείας των ΗΠΑ, εκ των οποίων το 13.6% έλαβε ασπιρίνη όταν εισήχθη στο νοσοκομείο.

Το δεδομένα της έρευνας προέρχονται από το διάστημα 1 Ιανουαρίου έως 10 Σεπτεμβρίου του 2020, δηλαδή πριν τα πρώτα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών που έδειξαν ότι η ηπαρίνη (ένα αντιπηκτικό φάρμακο) μπορεί να βελτιώσει τα ποσοστά επιβίωσης στους νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19.

Στην παρούσα μελέτη, το 8% των ασθενών στην ομάδα της ασπιρίνης και το 1.2% στην ομάδα ελέγχου έλαβαν ηπαρίνη την 1η ημέρα της νοσηλείας τους.

Αντιθέτως, στη μελέτη RECOVERY, το 34% των ασθενών έπαιρναν θεραπευτική δόση ηπαρίνης, ενώ το 60% έπαιρνε προφυλακτική δόση του φαρμάκου κατά την τυχαιοποίηση.

Όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς της μελέτης RECOVERY, οι αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης στην πρόληψη των θρομβώσεων δεν βελτιώθηκε σημαντικά από την αντιαιμοπεταλιακή δράση της ασπιρίνης.

Στη μελέτη του Chow και της ομάδας του, οι ασθενείς έλαβαν ασπιρίνη για 5 ημέρες κατά μέσο όρο και το φάρμακο χορηγήθηκε συχνότερα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, καρδιαγγειακή νόσο, υπέρταση ή διαβήτη.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες τόνισαν ότι καθώς έκαναν μία μελέτη παρατήρησης, δεν είναι δυνατό να αποδείξουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στη χορήγηση ασπιρίνης και την καλύτερη πρόγνωση από την COVID-19.

Φωτογραφία: Anna Shvets

Exit mobile version