Ποιες ήταν οι Σημαντικότερες Έρευνες για την Υπέρταση το 2020;

- Advertisement -

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), 1.13 δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως υποφέρουν από υπέρταση. Μάλιστα, το 2015, 1 στις 5 γυναίκες και 1 στους 4 άνδρες έπασχε από το παραπάνω νόσημα.

Μία ανάλυση του 2020 διαπίστωσε ότι η υπέρταση αποτελεί τον κυριότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο παγκοσμίως, σημειώνοντας παράλληλα ότι τα ποσοστά της συνεχίζουν να αυξάνονται.

Φυσικά, το 2020, η COVID-19 επισκίασε κάθε άλλη νόσο, επομένως θα ξεκινήσουμε το παρόν άρθρο εξετάζοντας την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην υπέρταση και την παραπάνω νόσο.

Αρτηριακή Πίεση και COVID-19

Το Μάιο, το American Journal of Hypertension δημοσίευσε μία μελέτη στην οποία εξετάστηκε η σύνδεση ανάμεσα στην υπέρταση, τα αντιϋπερτασικά φάρμακα και την COVID-19.

Στην αρχή της πανδημίας, ορισμένοι επιστήμονες είχαν υποστηρίξει ότι η υπέρταση αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την COVID-19.Ορισμένοι ειδικοί είχαν αναρωτηθεί επίσης αν τα αντιϋπερταστικά φάρμακα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μόλυνσης με τον ιό SARS-CoV-2.

Η διερεύνηση των επιδράσεων της υπέρτασης στην πορεία της COVID-19 αποτελεί πρόκληση καθώς και οι δύο νόσοι εμφανίζονται συχνότερα και με σοβαρότερη συμπτωματολογία στις μεγαλύτερες ηλικίες. Κατά συνέπεια, είναι δύσκολο να γίνει διαχωρισμός των συμπτωμάτων τους.

Όπως εξήγησαν οι συγγραφείς της παραπάνω μελέτης, «η υπέρταση εμφανίζεται με υψηλή συχνότητα στην τρίτη ηλικία και οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης και σοβαρής νόσησης από COVID-19».

Σχεδόν 1 χρόνο μετά την εμφάνιση του ιού ακόμα δεν γνωρίζουμε αν η υπέρταση αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Σύμφωνα με τις παρούσες οδηγίες του CDC των ΗΠΑ, «οι καρδιαγγειακές ή καρδιοεγκεφαλικές νόσοι (όπως η υπέρταση) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19».

Αντιϋπερτασικά Φάρμακα

Ορισμένοι ασθενείς με υπέρταση παίρνουν αναστολείς του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE). Τα φάρμακα αυτά μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία των υποδοχέων ACE2, τους οποίους χρησιμοποιεί ο ιός SARS-CoV-2 για να εισέλθει στα κύτταρα.

Στην αρχή της πανδημίας, αρκετοί επιστήμονες υποστήριξαν ότι τα παραπάνω φάρμακα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μόλυνσης με τον ιό. Σήμερα, υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που δείχνουν ότι οι αναστολείς του RAAS μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό των υποδοχέων του ACE2. Το γεγονός αυτό μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει την πρόσδεση του SARS-CoV-2 στους πνεύμονες, ενισχύοντας τις παθολογικές δράσεις του ιού με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σοβαρότερες βλάβες.

Ωστόσο, αρκετές έρευνες έδειξαν ότι οι αναστολείς του RAAS μπορεί να προστατεύσουν τους πνεύμονες από τις βλάβες που προκαλεί η COVID-19.

Αν και οι έρευνες συνεχίζονται, προς το παρόν δεν φαίνεται να υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα αντιϋπερτασικά φάρμακα και τον κίνδυνο COVID-19.

Μία μεγάλη μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο «δεν παρατήρησε σύνδεση ανάμεσα σε 5 κοινές τάξεις αντιϋπερτασικών φαρμάκων και τον κίνδυνο θετικών εξετάσεων για COVID-19».

Τον Αύγουστο, μία μεγάλη ανάλυση σχετικά με τις επιδράσεις των αναστολέων του RAAS στον κίνδυνο COVID-19 διαπίστωσε ότι τα φάρμακα αυτά μπορεί να έχουν ακόμα και προστατευτική ισχύ για τη λοίμωξη από τον ιό. Όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς, η μετα-ανάλυση έδειξε ότι οι ασθενείς που έπαιρναν τα φάρμακα αυτά είχαν μειωμένο κίνδυνο θανάτου ή σοβαρών επιπλοκών, αν και η διαφορά σε σχέση με την ομάδα ελέγχου δεν ήταν στατιστικώς σημαντική.

Οι Μεταβολές της Αρτηριακής Πίεσης

Αν και η πλειοψηφία των ερευνών που δημοσιεύτηκαν το 2020 αφορούσαν την COVID-19, υπήρχαν και αρκετές έρευνες που ασχολήθηκαν με άλλες νόσους. Μία από αυτές ήταν και η υπέρταση, η οποία απασχολεί αρκετά σήμερα τη δημόσια υγεία καθώς οι επιδράσεις της είναι σημαντικές.

Για τη διάγνωση της υπέρτασης στους νεαρούς ενήλικες, σύμφωνα με τις παρούσες οδηγίες ο γιατρός θα πρέπει να λαμβάνει αρκετές μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης και στη συνέχεια να υπολογίζει το μέσο όρο. Ωστόσο, σύμφωνα με μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε φέτος, η προσέγγιση αυτή πιθανώς δεν είναι ιδανική.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Cardiology και ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι οι μεγάλες διαφορές στις μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες εξέτασαν τις μεταβολές της αρτηριακής πίεσης σε 3.394 εθελοντές. Μετά από 10 χρόνια, απομονώθηκαν οι εθελοντές που είχαν παρουσιάσει διακυμάνσεις στην αρτηριακής τους πίεση και εξετάστηκαν για άλλα 20 χρόνια με σκοπό να διαπιστωθεί κάποια σύνδεση με την καρδιαγγειακή νόσο.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, κάθε μεταβολή 3.6mm Hg στη νεαρή ενήλικη ζωή συνδέθηκε με 15% αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου στα επόμενα 20 χρόνια.

Η Σημαντικότητα της Περιφέρειας

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Endocrine Connections τον Απρίλιο εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στην περιφέρεια του μηρού και την αρτηριακή πίεση 9.520 εθελοντών.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι η κοιλιακή παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα, φαίνεται ότι για την παχυσαρκία στο κάτω μέρος του σώματος ισχύει το αντίθετο.

Συγκεκριμένα, η έρευνα παρατήρησε ότι οι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ασθενείς με μεγαλύτερη περιφέρεια μηρών είχαν μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουν υπέρταση.

Η Υπέρταση στην Τρίτη Ηλικία

Καθώς η διάρκεια ζωής του ανθρώπου αυξάνεται συνεχώς, το ίδιο συμβαίνει και με τις χρόνιες παθήσεις που εμφανίζονται στις μεγαλύτερες ηλικίες. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Age and Ageing εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στη θνησιμότητα και την αρτηριακή πίεση σε 415.980 ηλικιωμένους.

Όπως διαπίστωσαν, οι ηλικιωμένοι με υπέρταση και μέτρια ή σοβαρή αδυναμία (frailty) είχαν 16% μειωμένο κίνδυνο θανάτου κατά τη διάρκεια των 10 ετών της έρευνας.

Στην παρουσίαση της μελέτης τους, οι επιστήμονες εξήγησαν ότι «η υπέρταση δεν συνδέθηκε με αυξημένη θνησιμότητα στις ηλικίες άνω των 75, σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή αδυναμία, πιθανώς λόγω των συννοσηροτήτων σε αυτούς τους ασθενείς. Κατά συνέπεια, η επιθετική μείωση της αρτηριακής πίεσης στους ασθενείς αυτής της ηλικίας θα πρέπει να επανεξεταστεί».

Μπορούν τα Γαλακτοκομικά να Προστατεύσουν από την Υπέρταση;

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε φέτος στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Open Diabetes Research & Care, κατέληξε σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα.

Η έρευνα εξέτασε δεδομένα από 150.000 εθελοντές και διαπίστωσε ότι η αυξημένη κατανάλωση γαλακτομικών προϊόντων, ιδιαίτερα με πλήρη λιπαρά, συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο υπέρτασης και διαβήτη.

Παρατήρησαν επίσης ότι η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων με πλήρη λιπαρά συνδέθηκε με μειωμένα ποσοστά μεταβολικού συνδρόμου.

«Τα γαλακτοκομικά περιέχουν υψηλής ποιότητας πρωτεΐνες και αρκετές βιταμίνες και μέταλλα, όπως το ασβέστιο, το μαγνήσιο, το κάλιο, ο ψευδάργυρος, ο φώσφορος και οι βιταμίνες Α και Β-12», έγραψαν οι επιστήμονες της μελέτης.

Αν και η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς, οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι αν τα αποτελέσματά τους επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες μελέτες, τότε θα έχουμε μία νέα προσέγγιση για τον περιορισμό της υπέρτασης παγκοσμίως.

Σήμερα, υπάρχουν αρκετές αποτελεσματικές προσεγγίσεις για τον περιορισμό του κινδύνου υπέρτασης, όπως η άσκηση, ο περιορισμός του αλατιού στη διατροφή και η απώλεια βάρους.

- Advertisement -

Ακολουθήστε μας στο Google News για την έγκυρη επιστημονική ενημέρωσή σας, έγκαιρα!

Μην χάσετε:
Σχετικά Αρθρα