Παράλυση Προσωπικού Νεύρου (Παράλυση Bell)

Η παράλυση του προσωπικού νεύρου ή παράλυση Bell αποτελεί μία προσωρινή παράλυση που εμφανίζεται μετά από τραυματισμό των νεύρων του προσώπου. Το προσωπικό νεύρο (ή 7ο κρανιακό νεύρο) ταξιδεύει μέσω ενός στενού, οστέινου πόρου (του φαλλοπιανού πόρου) στο κρανίο, κάτω από το αυτί και στη συνέχεια στους μύες κάθε πλευράς του προσώπου. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της πορείας του, το νεύρο καλύπτεται από το οστέινο αυτό περίβλημα.

Το προσωπικό νεύρο ευθύνεται για τις κινήσεις των μυών στη μία πλευρά του προσώπου, στους οποίους περιλαμβάνονται αυτοί που ελέγχουν τις κινήσεις των οφθαλμών και τις εκφράσεις του προσώπου. Επιπλέον, το προσωπικό νεύρο, μεταφέρει τις νευρικές ώσεις στους δακρυϊκούς και τους σιελογόνους αδένες, καθώς και τους μύες ενός μικρού οστού στο μέσο του ωτός που λέγεται αναβολέας. Συνδέεται επίσης με τη γεύση και την αίσθηση αυτής από τη γλώσσα.

Όταν εμφανίζεται παράλυση Bell, η λειτουργία του προσωπικού νεύρου διαταράσσεται, γεγονός που επηρεάζει τα μυνήματα που στέλνει ο εγκέφαλος στους μύες του προσώπου. Η παραπάνω κατάσταση εμφανίζεται με αδυναμία ή παράλυση στο πρόσωπο.

Η παράλυση Bell έχει πάρει το όνομά της από τον Sir Charles Bell, ένα Σκωτσέζο χειρουργό του 19ου αιώνα ο οποίος περιέγραψε το προσωπικό νεύρο και τη σύνδεση του τελευταίου με την πάθηση. Η παράλυση Bell, η οποία δεν σχετίζεται με το εγκεφαλικό επεισόδιο, αποτελεί τη συχνότερη αιτία παράλυσης στο πρόσωπο. Συνήθως εμφανίζεται στη μία πλευρά του προσώπου, ωστόσο σπανιότερα μπορεί να εμφανιστεί αμφοτερόπλευρα.

Αίτια Παράλυσης Bell

Η παράλυση Bell εμφανίζεται μετά από οίδημα, φλεγμονή ή συμπίεση του προσωπικού νεύρου. Τα αίτια του παραπάνω φαινομένου, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε γνωστά.

Οι περισσόετροι επιστήμονες πιστεύουν ότι η νόσος εμφανίζεται συνήθως μετά από μία ιογενή λοίμωξη, όπως η ιογενής μηνιγγίτιδα ή ο ιός του απλού έρπητα. Το προσωπικό νεύρο παρουσιάζει συνήθως οίδημα και φλεγμονή ως απόκριση σε μία λοίμωξη, προκαλώντας συμπίεση στον φαλλοπιανό πόρο γεγονός που οδηγεί σε ισχαιμία (περιορισμό της ροής αίματος προς τα νευρικά κύτταρα). Σε ήπια περιστατικά (όπου η ανάρρωση είναι ταχεία), υπάρχουν βλάβες μόνο στη μυελίνη που καλύπτει τα νεύρα. Η μυελίνη είναι μία λιπώδης ουσία που δρα ως μονωτικό στις νευρικές ίνες του εγκεφάλου.

Η νόσος έχει επίσης σχετιστεί με τη γρίπη, τις κεφαλαλγίες, τη χρόνια μέση ωτίτιδα, την υπέρταση, το διαβήτη, τη σαρκοείδωση, τον καρκίνο, τη νόσο του Lyme και τραυματισμούς του κρανίου.

Επιδημιολογία

Η παράλυση Bell εμφανίζεται με συχνότητα σχεδόν 1 στους 5000 και επηρεάζει άνδρες και γυναίκες με την ίδια συχνότητα. Είναι σχετικά σπάνια στις ηλικίες κάτω των 15 και άνω των 60 ετών. Εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς με διαβήτη ή παθήσεις του ανωτέρου αναπνευστικού, όπως η γρίπη και το κοινό κρυολόγημα. Μπορεί να εμφανιστεί επίσης στην εγκυμοσύνη και ιδιαίτερα κατά το 3ο τρίμηνο ή την 1η εβδομάδα μετά τον τοκετό.

Συμπτώματα Παράλυσης Bell

Καθώς το προσωπικό νεύρο έχει πολλές λειτουργίες και είναι ιδιαίτερα σύνθετο, οι βλάβες σε αυτό ή η διαταραχή της λειτουργίας του μπορεί να οδηγήσει σε αρκετά προβλήματα. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία και μπορεί να κυμαίνεται από ήπια αδυναμία μέχρι ολική παράλυση. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, αδυναμία ή παράλυση στη μία πλευρά του προσώπου ή σπάνια αμφοτερόπλευρα. Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πτώση της γωνίας του οφθαλμού ή του στόματος, σιελόρροια, ξηροφθαλμία ή ξηροστομία, διαταραχή της γεύσης και αυξημένη δακρύρροια στον ένα από τους δύο οφθαλμούς. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται αιφνιδίως και κορυφώνονται μέσα σε 48 ώρες, προκαλώντας σημαντικές αλλαγές στο πρόσωπο.

Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν άλγος ή δυσφορία γύρω από την κάτω γνάθο και πίσω από το αυτί, βουητό στο ένα ή και τα δύο ώτα, κεφαλαλγία, απώλεια της όρεξης, υπερευαισθησία στον ήχο, διαταραχή της ομιλίας, ίλιγγο και δυσκολία στο φαγητό.

Διάγνωση Παράλυσης Bell

Η διάγνωση της παράλυσης Bell βασίζεται στην κλινική εικόνα η οποία περιλαμβάνει εμφανείς αλλαγές στο πρόσωπο και αδυναμία κίνησης των μυών στην πλευρά που επηρεάζεται, καθώς και αποκλεισμό άλλων αιτιών που μπορεί να προκαλέσουν παράλυση του προσώπου. Δεν υπάρχει ειδική εργαστηριακή εξέταση για τη διάγνωση της νόσου.

Γενικά, ο γιατρός εξετάζει τον ασθενή για αδυναμία στο άνω και το κάτω μέρος του προσώπου. Στα περισσότερα περιστατικά, η αδυναμία αυτή περιορίζεται στη μία πλευρά του προσώπου και συγκεκριμένα στο μέτωπο, τα βλέφαρα και το στόμα. Το ηλεκτρομυογράφημα μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία νευρικής βλάβης και να διαπιστώσει τη σοβαρότητα και την έκταση της εμπλοκής των νεύρων. Οι εξετάσεις αίματος έχουν επίσης χρησιμότητα στη διάγνωση των υποκειμένων νόσων, όπως ο διαβήτης και ορισμένες λοιμώξεις. Η μαγνητική και η αξονική τομογραφία μπορούν να χρησιμοποιοηθούν για τον αποκλεισμό άλλων αιτιών που σχετίζονται με πίεση του προσωπικού νεύρου.

Θεραπεία Παράλυσης Bell

Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν από την παράλυση Bell μέσα σε 1-2 μήνες, ιδιαίτερα αν έχουν διατηρήσει κάποιο βαθμό κινητικότητας στους μύες του προσώπου. Η θεραπεία με πρεδνιζολόνη μπορεί να επιταχύνει την ανάρρωση. Μία έρευνα διαπίστωσε ότι το παραπάνω φάρμακο, αν χορηγηθεί μέσα σε 72 ώρες από την εμφάνιση της νόσου, μπορεί να μειώσει σημαντικά τη σοβαρότητα και τη διάρκεια των συμπτωμάτων.

Πρεδνιζολόνη

Το στεροειδές αυτό περιορίζει τη φλεγμονή και βοηθά το πληγέν νεύρο να αναρρώσει ταχέως. Προλαμβάνει την απελευθέρωση ουσιών που προκαλούν φλεγμονή, όπως οι προσταγλανδίνες και οι λευκοτριένες. Χορηγείται συνήθως από του στόματος με συνήθως 2 ταμπλέτες ανά ημέρα για 10 ημέρες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τη λήψη του φαρμάκου περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, μετεωρισμό, διαταραχές του ύπνου, ξηροδερμία, κεφαλαλγία, αύξηση της όρεξης, αυξημένη εφίδρωση, ναυτία, αλλαγές της διάθεσης και επιβράδυνση της επούλωσης των τραυμάτων. Οι παραπάνω ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως υποχωρούν σε 1-2 ημέρες.

Προστασία των Οφθαλμών

Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι της θεραπείας είναι η προστασία των οφθαλμών. Η παράλυση Bell μπορεί να επηρεάσει το φυσιολογικό άνοιγμα και κλείσμο των οφθαλμών, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ξηρότητας και ερεθισμού. Είναι σημαντικό επομένως να διατηρείται η ενυδάτωση του οφθαλμού με τεχνητά δάκρυα ή οφθαλμικά τζελ.

Άλλες Θεραπείες

Στην αντιμετώπιση της νόσου μπορεί να χορηγηθούν επίσης αναλγητικά, όπως η ασπιρίνη, η ακεταμινοφαίνη και η ιβουπροφαίνη για την ανακούφιση από το άλγος. Σπανιότερα, μπορεί να χορηγηθούν επίσης αντιιικά, όπως η ακυκλοβίρη, σε συνδυασμό με την πρεδνιζολόνη, ωστόσο τα δεδομένα ερευνών για την αποτελεσματικότητα της παραπάνω θεραπείας είναι περιορισμένα.

Πρόγνωση της Παράλυσης Bell

Η πρόγνωση για τους ασθενείς με παράλυψη Bell είναι γενικά πολύ καλή. Η έκταση των νευρικών βλαβών είναι αυτή που καθορίζει συνήθως το βαθμό της ανάρρωσης. Η βελτίωση είναι σταδιακή και ο χρόνος ανάρρωσης διαφέρει στους διάφορους ασθενείς. Με ή χωρίς θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς ξεκινούν να παρουσιάζουν βελτίωση μέσα σε 2 εβομάδες από την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων και οι περισσότεροι παρουσιάζουν πλήρη ανάρρωση, με τη φυσιολογική λειτουργικότητα να επανέρχεται μέσα σε 3-6 μήνες. Για ορισμένους, ωστόσο, τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο. Σε μικρό αριθμό ασθενών, τα συμπτώματα μπορεί να μην υποχωρήσουν ποτέ. Σπανιότερα, η νόσος μπορεί να παρουσιάσει υποτροπή και να εμφανιστεί εκ νέου στην ίδια ή την άλλη πλευρά του προσώπου.

Βιβλιογραφία: NINDS

Ακολουθήστε μας στο Google News για την έγκυρη επιστημονική ενημέρωσή σας, έγκαιρα!

Μην χάσετε:
Σχετικά Αρθρα