Αρχική Ενημέρωση Εσωτερική Παθολογία Νέες Έρευνες Συνδέουν την Αϋπνία με την Κατάθλιψη και τις Καρδιακές Παθήσεις

Νέες Έρευνες Συνδέουν την Αϋπνία με την Κατάθλιψη και τις Καρδιακές Παθήσεις

0

Η αϋπνία αποδίδεται συχνά στο στρες και τις κακές συνήθειες του ύπνου. Δύο νέες μελέτες του γονιδιώματος, ωστόσο δείχνουν ότι μπορεί να συνδέεται στενά με την κατάθλιψη, την καρδιακή νόσο και άλλες ψυχιατρικές νόσους.

«Και οι δύο έρευνες ήταν εξαιρετικές», είπε ο ψυχολόγος Φίλιπ Γκέρμαν από το Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια, ο οποίος μελετά τις συμπεριφορές του ύπνου. Τονίζει, ωστόσο ότι χρειάζονται αρκετές έρευνες μέχρι τα γενετικά στοιχεία της αϋπνίας να μπορούν να οδηγήσουν σε νέες θεραπείες για τους ασθενείς.

Η αϋπνία είναι σήμερα εξαιρετικά κοινή με σχεδόν το 1/3 του παγκοσμίου πληθυσμού να έχει παρουσιάσει συμπτώματα σχετιζόμενα με αυτή κάποια στιγμή στη ζωή του. Παρά τη μεγάλη συχνότητά της, αρκετά ερωτήματα σχετικά με την αϋπνία παραμένουν ακόμα αναπάντητα.

Σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε σήμερα στο Nature Genetics, επιστήμονες με επικεφαλής την Ντανιέλ Ποστούμα από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ έκαναν μία ανάλυση του γονιδιώματος (GWAS) η οποία εξετάζει τη σύνδεση μεταξύ συγκεκριμένων αλληλουχιών του DNA και διαφόρων συμπεριφορών ή κλινικών συμπτωμάτων. Η ομάδα ανέλυσε το γονιδίωμα περισσοτέρων από 1 εκατομμύριο ατόμων, αριθμός ο οποίος σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ο μεγαλύτερος αριθμός ανάλυσης GWAS μέχρι σήμερα. Τα δεδομένα προέρχονται από το UK Biobank και το 23andMe. Η συχνότητα της αϋπνίας και στις δύο βάσεις δεδομένων ήταν σχεδόν 30%, ποσοστό που είναι αντίστοιχο με αυτό του γενικού πληθυσμού.

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν τελικά 956 γονίδια που σχετίζονται με κίνδυνο αϋπνίας. Αρκετά από αυτά είχαν σχετιστεί στο παρελθόν με κίνδυνο κατάθλιψης, νευρωτισμού, διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου. Τα γονίδια αυτά συνδέονται, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, με ορισμένα χαρακτηριστικά του ύπνου, όπως η ποιότητα και ο πρωϊνός ή νυχτερινός χρονότυπος. Η ομάδα διαπίστωσε επίσης σύνδεση μεταξύ της αϋπνίας και του MEIS1, ενός γονιδίου που στο παρελθόν είχε συνδεθεί με το σύνδρομο ανησύχων ποδιών.

Σε μία άλλη έρευνα που δημοσιεύτηκε σήμερα στο Nature Genetics, μία διαφορετική ομάδα έκανε επίσης μία έρευνα GWAS σχετικά με την αϋπνία. Οι ερευνητές, επικεφαλής των οποίων ήταν η γενετιστής Ρίσα Σαξένα από το Γενικό Νοσοκομείο της Μασσαχουσέτης στη Βοστόνη, εξέτασε συνολικά 453.379 γονιδιώματα. Ανακάλυψαν 57 τοποθεσίες χρωμοσωμάτων που περιείχαν περίπου 236 γονίδια που σχετίζονται με συμπτώματα αϋπνίας. Το MEIS1 ήταν κι εδώ ένα από τα γονίδια και υπήρχε και εδώ σύνδεση μεταξύ της αϋπνίας και των γονιδίων που εμπλέκονται στην κατάθλιψη και τη στεφανιαία νόσο. Επιπλέον, η ανάλυση της ομάδας έδειξε ότι η αϋπνία μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα κατάθλιψης και καρδιακής νόσου σε ορισμένα άτομα.

«Η αϋπνία είναι μία σημαντική διαταραχή του ύπνου και πρέπει να λαμβάνεται υπ’όψιν καθώς μπορεί να επηρεάσει τόσο την ποιότητα ζωής όσο και τον κίνδυνο κατάθλιψης και καρδιακής νόσου», είπε η Σαξένα.

Η ταυτοποίηση των γενετικών αυτών παραγόντων θα επιτρέψει στους ερευνητές να προσαρμόσουν καλύτερα τα φάρμακα και τις θεραπείες, είπε η Ποστούμα. Για παράδειγμα, θα ήταν ίσως δυνατό να στοχευθούν μόρια που μειώνουν τη δραστηριότητα ορισμένων γονιδίων. Εναλλακτικά, οι υπάρχουσες θεραπείες για την κατάθλιψη, όπως τα ακτικαταθλιπτικά και η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία, μπορεί να αποτελέσουν επιλογές στην αντιμετώπιση της αϋπνίας, είπε η Ποστούμα.

Ο επόμενος στόχος είναι η ταυτοποίηση των καταλλήλων στόχων από τα γονίδια που βρήκαν οι έρευνες, είπε ο Γκέρμαν. «Οι επιστήμονες πρέπει να διαπιστώσουν ποιες από τις παραπάνω συσχετίσεις ήταν πραγματικές και ποιες τυχαίες», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Science

Φωτογραφία: Japanexperterna.se

Exit mobile version