Αρχική Ενημέρωση Εσωτερική Παθολογία Νέα Μελέτη: Η Πλειοψηφία των Ασθενών με Κατάθλιψη Δεν Λαμβάνουν Θεραπεία

Νέα Μελέτη: Η Πλειοψηφία των Ασθενών με Κατάθλιψη Δεν Λαμβάνουν Θεραπεία

0

Τα ποσοστά κατάθλιψης παρουσιάζουν σταθερή αύξηση τα τελευταία χρόνια με αποτέλεσμα η νόσος να αποτελεί σήμερα μία από τις κυριότερες αιτίες αναπηρίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, μέχρι το 2030, η κατάθλιψη θα είναι η νόσος που θα επιβαρύνει περισσότερο την παγκόσμια υγεία.

Παρά το γεγονός ότι σήμερα υπάρχουν ορισμένες αποτελεσματικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, ο αριθμός των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία είναι πολύ περιορισμένος.

Μία ανάλυση της βιβλιογραφίας διαπίστωσε ότι στις ανεπτυγμένες χώρες, μόλις το 23% των ασθενών με κατάθλιψη λαμβάνουν «επαρκή» θεραπεία, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες το ποσοστό αυτό είναι ακόμα πιο χαμηλό (3%).

Στην ανάλυση αυτή εξετάστηκαν συνολικά 149 μελέτες από 84 χώρες για το διάστημα από το 2000 έως το 2021. Αν και υπήρχαν ορισμένοι περιορισμοί σε συγκεκριμένα κομμάτια της έρευνας (όπως για παράδειγμα η έλλειψη δεδομένων από τη Νότια Ασία ή την υποσαχάρια Αφρική), τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.

«Το ποσοστό των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη που λαμβάνει θεραπεία παγκοσμίως είναι πολύ χαμηλό», αναφέρει η επικεφαλής της έρευνας Alize Ferrari, από το Πανεπιστήμιο του Queensland στην Αυστραλία.

«Το γεγονός αυτό δείχνει ότι θα πρέπει να αναθεωρήσουμε άμεσα τις προσεγγίσεις που εφαρμόζουμε για τη διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου αν θέλουμε να περιορίσουμε την επιβάρυνση που προκαλεί στη δημόσια υγεία», πρόσθεσε η ίδια.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι το ποσοστό των ασθενών με κατάθλιψη που δεν λαμβάνουν θεραπεία είναι περίπου 45% στην Ευρώπη, 67% στην Αφρική και 70% στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με την παρούσα ανάλυση, η ποιότητα της θεραπείας μπορεί επίσης να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τη χώρα διαμονής του κάθε ασθενούς.

Οι συγγραφείς παρατήρησαν επίσης ότι οι γυναίκες, καθώς και οι ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας ήταν αυτοί που λάμβαναν συχνότερα θεραπεία. Αντίθετα, ελάχιστοι άνδρες νεαρής ηλικίας αναζητούσαν βοήθεια για τη διάγνωση ή αντιμετώπιση της κατάθλιψης.

Αν και οι υποδομές για την αντιμετώπιση των ψυχικών νόσων έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο και το στίγμα για την κατάθλιψη μειώνεται, αρκετές χώρες δεν έχουν ακόμα κατάλληλους μηχανισμούς για τη διάγνωση και θεραπεία των ψυχιατρικών παθήσεων.

«Ιστορικά, το μεγαλύτερο κομμάτι της χρηματοδότησης διατίθεται στην αντιμετώπιση της ελονοσίας, του AIDS και της φυματίωσης, καθώς οι 3 παραπάνω νόσοι αποτελούν την κύρια αιτία αναπηρίας και θανάτου στις αναπτυσσόμενες χώρες», αναφέρουν οι συγγραφείς.

«Η χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση των ψυχικών νόσων είναι ακόμα πολύ περιορισμένη».

Το 2019, η παγκόσμια χρηματοδότηση για της κατάθλιψη και άλλες ψυχιατρικές νόσους ήταν λιγότερο από το 2% του συνόλου που διατίθεται στην υγεία.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της παρούσας μελέτης, είναι προφανές ότι θα πρέπει να γίνουν άμεσα προσπάθειες για να βελτιωθούν οι θεραπείες τόσο της κατάθλιψης όσο και της αγχώδους διαταραχής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ακόμα και πριν την πανδημία της COVID-19, τα ποσοστά κατάθλιψης παρουσίαζαν αύξηση, ενώ μετά την εμφάνιση του ιού και τα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσή του, σημειώθηκε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση. Δεδομένα έδειξαν ότι τα ποσοστά κατάθλιψης στις ΗΠΑ τριπλασιάστηκαν στη διάρκεια της πανδημίας και δεν δείχνουν τάση μείωσης.

Σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2021, οι συγγραφείς προειδοποίησαν ότι δεν είμαστε καθόλου καλά προετοιμασμένοι για το μέλλον. «Η πανδημία δημιούργησε μεγάλη ανάγκη να βελτιωθούν άμεσα οι μηχανισμοί των συστημάτων υγείας για τη θεραπεία και πρόληψη των ψυχικών νόσων, κάτι που ωστόσο ακόμα δεν έχει γίνει», αναφέρει η παραπάνω μελέτη.

Η παρούσα μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Medicine.

Φωτογραφία: freestocks.org / Pexels

Exit mobile version