Η Αϋπνία Διαχωρίζεται Πλέον σε 5 Διαφορετικούς Τύπους

Η αϋπνία διαχωρίζεται πλέον σε 5 διαφορετικούς τύπους, γεγονός που θα διευκολύνει τους γιατρούς να προσαρμόσουν καλύτερα τη θεραπεία της στις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε ασθενούς.

Ο διαχωρισμός αυτός δεν βασίζεται στα τυπικά προβλήματα του ύπνου, όπως η δυσκολία στην έλευση ή τη διατήρηση του ύπνου, αλλά σε άλλους παράγοντες όπως το στρες, τα συναισθήματα, τα στοιχεία της προσωπικότητας, τη διάθεση και το ιστορικό του ασθενούς.

Οι επιστήμονες έδειξαν ότι διαφορετικοί ασθενείς με αϋπνία είχαν διαφορετικά χαρακτηριστικά γνωστικότητας, μεταξύ των οποίων τα επίπεδα άγχους και η συναισθηματική ευαισθησία. Η έρευνα έδειξε επίσης ότι οι ασθενείς παρέμεναν στον ίδιο τύπο αϋπνίας σταθερά.

«Αν και πάντοτε θεωρούσαμε την αϋπνία μία διαταραχή, στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει 5 διαφορετικές», είπε η Τέσα Μπλάνκεν από το Πανεπιστήμιο Νευροεπιστημών της Ολλανδίας. «Οι μηχανισμοί κάθε τύπου αϋπνίας στον εγκέφαλο είναι πολύ διαφορετικοί».

«Για να κατανοήσουμε τη σημαντικότητα της παραπάνω παρατήρησης ας σκεφτούμε λίγο την άνοια. Όταν διαπιστώσαμε ότι η άνοια μπορεί να έχει διαφορετικά αίτια, όπως για παράδειγμα η αγγειακή άνοια ή η νόσος Alzheimer, η πρόοδος στην αντιμετώπιση της νόσου επιταχύνθηκε σε μεγάλο βαθμό», πρόσθεσε.

Οι επιστήμονες συνέλεξαν δεδομένα από σχεδόν 2.224 εθελοντές με συμπτώματα αϋπνίας. Οι τελευταίοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τα στοιχεία του χαρακτήρα τους τα οποία ήδη γνωρίζουμε ότι σχετίζονται με τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Στη συνέχεια τα αποτελέσματά τους συγκρίθηκαν με αυτά μίας ομάδας ελέγχου.

Οι εθελοντές με αϋπνία τύπου 1 είχαν υψηλά σκορ στα χαρακτηριστικά όπως ο νευρωτισμός και τα καταθλιπτικά συναισθήματα, ενώ αυτοί των τύπων 2 και 3 είχαν χαμηλότερα σκορ στα ίδια χαρακτηριστικά. Οι εθελοντές του τύπου 2 ωστόσο ήταν γενικά πιο ευδιάθετοι και θετικοί σε σχέση με αυτούς του τύπου 3.

Τα άτομα του τύπου 4 και του τύπου 5 είχαν χαμηλότερα επίπεδα στα παραπάνω σκορ. Οι εθελοντές του τύπου 4 παρουσίαζαν συνήθως χρόνια αϋπνία μετά από στρεσογόνα γεγονότα, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στους εθελοντές του 5ου τύπου.

Σε επανεκτίμηση των εθελοντών που έγινε 5 χρόνια αργότερα, οι περισσότεροι (87%) ανήκαν ακόμη στον ίδιο τύπο αϋπνίας.

Όπως δήλωσαν οι ερευνητές, αν γνωρίζουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς θα είναι ευκολότερο να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Για παράδειγμα, οι ασθενείς του 2ου και του 4ου τύπου παρουσίασαν την μεγαλύτερη βελτίωση στον ύπνο τους όταν έλαβαν βενζοδιαζεπίνες.

Οι εθελοντές του 2ου τύπου είχαν επίσης καλή απόκριση στη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στους ασθενείς του 4ου τύπου.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, οι εθελοντές σε όλους τους τύπους είχαν τα ίδια συμπτώματα αϋπνίας, γεγονός που θα είχε πιθανώς οδηγήσει σε δυσκολίες για τον καθορισμό των διαφόρων τύπων. Όπως τόνισαν οι ερευνητές, ίσως θα ήταν προτιμότερο να εξεταστεί η μεγάλη εικόνα.

Υπάρχουν, ωστόσο ορισμένοι περιορισμοί τους οποίους τονίζουν οι ερευνητές. Αρχικά, οι ασθενείς αυτοί είχαν αναφέρει μόνοι τους τα συμπτώματα της αϋπνίας και δεν είχε γίνει διάγνωση της νόσου. Δεύτερον, η συμμετοχή ήταν εθελοντική, επομένως μπορεί να μην αντιπροσωπεύει το σύνολο του πληθυσμού αλλά μόνο αυτούς που ήθελαν να απαντήσουν σε ερωτηματολόγια.

Παρά τους παραπάνω περιορισμούς, η έρευνα προσφέρει σημαντικές πληροφορίες που θα βοηθήσουν την αντιμετώπιση της αϋπνίας στο μέλλον. Προηγούμενες έρευνες είχαν εξετάσει ορισμένους από τους γενετικούς παράγοντες κινδύνου για την αϋπνία, έναν άλλο τρόπο για την ανάπτυξη πιο εξατομικευμένων θεραπειών.

Σχεδόν 1 στους 10 ανθρώπους υποφέρει από χρόνια αϋπνία, η οποία είναι γνωστό ότι αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο κατάθλιψης και άλλων διαταραχών της διάθεσης. Καταλαβαίνουμε επομένως πόσο σημαντικές είναι οι όποιες εξελίξεις στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση της αϋπνίας.

«Οι διαφορετικοί τύποι αϋπνίας ανοίγουν το δρόμο για μελλοντικές έρευνες που θα ταυτοποιήσουν τα αίτια της αϋπνίας, θα ξεχωρίσουν σαφώς τους διάφορους τύπους και θα βοηθήσουν στην πρόληψη της κατάθλιψης, με σκοπό να αναπτυχθούν πιο εξατομικευμένες θεραπείες», κατέληξαν οι ερευνητές.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο The Lancet Psychiatry.

Φωτογραφία: http://www.deviantart.com/juneaupaws/art/Insomnia-728256039

Ακολουθήστε μας στο Google News για την έγκυρη επιστημονική ενημέρωσή σας, έγκαιρα!

Μην χάσετε:
Σχετικά Αρθρα