Αρχική Ενημέρωση Εσωτερική Παθολογία Εσκεταμίνη: Το Πρώτο Φάρμακο μίας Νέας Κατηγορίας για την Ανθεκτική Κατάθλιψη

Εσκεταμίνη: Το Πρώτο Φάρμακο μίας Νέας Κατηγορίας για την Ανθεκτική Κατάθλιψη

0

Η θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης παραμένει μία μεγάλη πρόκληση παγκοσμίως. Η διαταραχή αυτή μειώνει την παραγωγικότητα, τη λειτουργικότητα στην κοινωνία και τη γενικότερη υγεία, επηρεάζοντας επίσης το προσδόκιμο ζωής και επιβαρύνοντας τα συστήματα υγείας. Αν και υπάρχουν αρκετές διαφορετικές θεραπείες γι’αυτή σήμερα, το 1/3 τουλάχιστον των ασθενών δεν παρουσιάζουν βελτίωση μετά από τη θεραπεία με 2-3 διαφορετικά αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Οι ασθενείς αυτοί πάσχουν από ανθεκτική κατάθλιψη και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονιών. Προς το παρόν μόλις ένας συνδυασμός φαρμάκων έχει εγκριθεί για τη θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης και συγκεκριμένα η ολανζαπίνη με τη φλουοξετίνη. Τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά χρειάζονται αρκετές εβδομάδες μέχρι να δράσουν, επομένως υπάρχει μεγάλη ανάγκη για φάρμακα με ταχεία δράση.

Προσφάτως, εγκρίθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ η εσκεταμίνη, ένα S-εναντιομερές της κεταμίνης, ένα φάρμακο με ταχεία δράση που είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στους ασθενείς με ανθεκτική κατάθλιψη. Η κεταμίνη, ένας μη εκλεκτικός ανταγωνιστής των γλουταμινικών υποδοχέων τύπου NMDA, εγκρίθηκε το 1970 ως αναισθητικό. Στη συνέχεια, το φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ως ναρκωτικό (Special K). Ακολούθως, ορισμένοι ερευνητές παρατήρησαν ότι η κεταμίνη έχει ταχεία δράση στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης (μέσα σε μερικές ώρες), παρατήρηση που είχε μεγάλο ενδιαφέρον ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας την ανάγκη για ταχεία ανακούφιση από τα συμπτώματα της κατάθλιψης και πρόληψη των αυτοκτονιών. Όσο μεγαλύτερη ήταν η διάρκεια των καταθλιπτικών επεισοδίων, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση της οικογενείας και του ίδιου του ασθενούς.

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εσκεταμίνης στην ανθεκτική κατάθλιψη εκτιμήθηκε σε τρεις ταυτόχρονες ελεγχόμενες μελέτες διάρκειας 4 εβδομάδων. Η μακροπρόθεσμη ασφάλειά της εκτιμήθηκε σε μία 12μηνη έρευνα. Λόγω της σοβαρότητας της ανθεκτικής κατάθλιψης και της ηθικής ανάγκης των ασθενών να λάβουν μία δυνητικά αποτελεσματική θεραπεία, όλοι οι ασθενείς στις μελέτες των 4 εβδομάδων ξεκίνησαν τη λήψη ενός αντικαταθλιπτικού στην αρχή της τυχαιοποίησης, το οποίο φάρμακο χορηγήθηκε για όλη τη διάρκεια της έρευνας. Η βαρύτητα της κατάθλιψης εκτιμήθηκε με τη χρήση της κλίμακας MADRS (Montgomery-Asberg Depression Rating Scale).

Η έρευνα 3002, κατά την οποία οι ασθενείς χωρίστηκαν σε 2 ομάδες εκ των οποίων η μία έλαβε εσκεταμίνη ενών η άλλη placebo, παρατήρησε στατιστικώς σημαντική επίδραση του φαρμάκου σε σχέση με το placebo στην ημέρα 28 της έρευνας. Επιπλέον, οι επιδράσεις του φαρμάκου ήταν εμφανείς από τη 2η μέρα.

Στην έρευνα 3003, οι ασθενείς με ανθεκτική κατάθλιψη που είχαν παρουσιάσει απόκριση μετά από 16 εβδομάδες θεραπείας με εσκεταμίνη, χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία έλαβε ενδορινική εσκεταμίνη ενώ η άλλη placebo, ενώ όλοι οι ασθενείς συνέχισαν να παίρνουν από του στόματος αντικαταθλιπτικά. Η έρευνα διαχώρισε επίσης τους ασθενείς που είχαν απόκριση στο φάρμακο από αυτούς που παρουσίασαν ύφεση της νόσου. Και στις δύο ομάδες, ο χρόνος μέχρι της υποτροπή της νόσου ήταν σημαντικά μεγαλύτερος σε όσους είχαν λάβει εσκεταμίνη σε σχέση με αυτούς που έπαιρναν placebo. Η έρευνα προσέφερε σημαντικά στοιχεία ότι η εσκεταμίνη είναι αποτελεσματική για διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνό σε ασθενείς που έχουν αρχικά θετική απόκριση. Οι εθελοντές έλαβαν θεραπεία για τουλάχιστον 16 εβδομάδες, με μέση διάρκεια παρακολούθησης τους 3 μήνες και μέγιστη πάνω από 20.

Για τα αντικαταθλιπτικά, το FDA των ΗΠΑ γενικά απαιτεί να υπάρχουν τουλάχιστον 2 θετικές, βραχυπρόθεσμες, επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί ότι το φάρμακο «είναι αποτελεσματικό». Οι τυχαιοποιημένες μελέτες για τις συνέπειες από την διακοπή του φαρμάκου γίνονται συνήθως μετά την έγκριση του φαρμάκου, έτσι ώστε να προσφέρουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη διατήρηση της θεραπείας. Για την εσκεταμίνη, το FDA ζήτησε μία τυχαιοποιημένη μελέτη πριν εγκριθεί το φάρμακο έτσι ώστε να απαντηθούν ερωτήματα σχετικά με τη διάρκεια δράσης του και τη συχνότητα των δόσεων. Τα παραπάνω ερωτήματα είχαν ιδιαίτερη σημασία, αν λάβουμε υπόψη μας το φαρμακοδυναμικό και φαρμακοκινητικό προφίλ της εσκεταμίνης, καθώς και την άγνοια σχετικά με την έκπτωση της δράσης της μακροπρόθεσμα. Συνολικά, οι έρευνες 3002 και 3003 υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα, τη διάρκεια δράσης, τη συχνότητα των δόσεων και την ασφάλεια της εσκεταμίνης.

Δύο μικρής διάρκειας έρευνες σε ηλικιωμένους, η έρευνα 3001 και η έρευνα 3005, δεν κατάφεραν να δείξουν στατιστικώς σημαντικές επιδράσεις από τη θεραπεία με εσκεταμίνη. Στην έρευνα 3001, συγκρίθηκαν δύο διαφορετικές δόσεις εσκεταμίνης (56mg και 84mg). Η υψηλότερη από τις δύο δόσεις δεν είχε στατιστικώς σημαντική δράση σε σύγκριση με ένα placebo. Η αποτελεσματικότητα της χαμηλότερης δόσης δεν ήταν δυνατό να εκτιμηθεί καθώς η έρευνα διακόπηκε μετά την αποτυχία της υψηλής δόσης. Ο χρόνος που εμφανίστηκαν οι επιδράσεις της εσκεταμίνης ήταν αντίστοιχος με αυτόν που παρατηρήθηκε στην έρευνα 3002, δηλαδή 2 ημέρες. Αν και η έρευνα 3005 δεν παρατήρησε σημαντικές επιδράσεις, δεν μπορούμε να πούμε ότι η δράση της εσκεταμίνης είναι χαμηλότερη στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Γενικά, το 50% περίπου των τυχαιοποιημένων ελεγχομένων μελέτων βραχείας διάρκειας για τα εγκεκριμένα αντικαταθλιπτικά δεν παρατηρούν στατιστικώς σημαντικές επιδράσεις. Για την εσκεταμίνη, η θετική βραχείας διάρκειας έρευνα και η τυχαιοποιημένη μεγαλύτερη μελέτη προσέφεραν επαρκή δεδομένα για την αποτελεσματικότητα.

Μία μεγάλη ανησυχία ωστόσο σχετικά με την ασφάλεια του φαρμάκου είναι ότι μπορεί να προκαλέσει εθισμό. Το ιστορικό της κεταμίνης ως ναρκωτικό σίγουρα έχει συμβάλλει στην παραπάνω ανησυχία, ωστόσο τονίζει ότι τα φάρμακα που χρειάζονται συνταγή πρέπει πάντοτε να χορηγούνται με προσοχή. Οι ασθενείς που παίρνουν εσκεταμίνη μπορεί να παρουσιάσουν άμεσα καταστολή και ευφορία γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην πιθανότητα εμφάνισης εθισμού. Η εκσεταμίνη αυξάνει επίσης την αρτηριακή πίεση, μία επίδραση που είναι εντονότερη σε 40 λεπτά μετά τη χορήγησή της. Ο γιατρός πρέπει να παρακολουθεί την αρτηριακή πίεση του ασθενούς για τουλάχιστον 2 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.

Θεωρώντας ότι τα οφέλη από τη χορήγηση της εσκεταμίνης ξεπερνούν τους παραπάνω κινδύνους, το FDA ενέκρινε το φάρμακο για την θεραπεία της ανθεκτικής κατάθλιψης. Το φάρμακο αυτό μπορεί να χορηγηθεί ωστόσο μόνο σε περιβάλλον νοσοκομείου ή με την επίβλεψη γιατρού όπου ο ασθενής μπορεί να παραμείνει για τουλάχιστον 2 ώρες.

Η εσκεταμίνη αποτελεί μία νέα θεραπευτική επιλογή για μία σοβαρή και απειλητική για τη ζωή νόσο και η ταχεία δράση της είναι ένα από τα σημαντικότερα οφέλη που προσφέρει. Είναι μία σημαντική προσθήκη στο οπλοστάσιό μας για την αντιμετώπιση της ανθεκτικής κατάθλιψης.

Βιβλιογραφία: The New England Journal of Medicine

Exit mobile version