Μέχρι σήμερα, η ρύθμιση του διαβήτη τύπου 2 γινόταν συνήθως μέσω της αντιμετώπισης των παραγόντων κινδύνου, όπως η υπέρταση, η υψηλή χοληστερόλη και η αυξημένη γλυκόζη αίματος, μέσω φαρμακευτικής αγωγής. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα υποκείμενα αίτια του διαβήτη τύπου 2, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη. Κατά συνέπεια, αν και η λήψη φαρμάκων μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, δεν αντιμετωπίζει τα βιολογικά αίτια του διαβήτη τύπου 2.

Τελευταία δεδομένα έχουν δείξει ότι η απώλεια βάρους, είτε μέσω χειρουργικής επέμβασης είτε μέσω της διατροφής, μπορεί να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα υποκείμενα αίτια του διαβήτη τύπου 2. Ουσιαστικά, μέσω του παραπάνω μηχανισμού διευκολύνεται η ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης από τον οργανισμό. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς ρυθμίζοντας τόσο την παραγωγή όσο και τη χρησιμοποίηση της ινσουλίνης από τον οργανισμό μπορούμε να θέσουμε το διαβήτη τύπου 2 σε ύφεση.

Οι περισσότερες έρευνες μέχρι σήμερα έχουν επικεντρωθεί στα υποκατάστατα γεύματος για την αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2, μία προσέγγιση η οποία έχει υιοθετηθεί από αρκετούς γιατρούς. Ωστόσο, προσφάτως εξετάζονται και άλλες προσεγγίσεις, όπως για παράδειγμα οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες, για την πρόκληση ύφεσης. Αν και ακόμα δεν έχουν γίνει αρκετές έρευνες σε αυτό το πεδίο, πρώιμα αποτελέσματα έχουν δείξει ότι αυτή η προσέγγιση είναι πολλά υποσχόμενη.

Θέλοντας να εξετάσουν ποια δίαιτα είναι η καλύτερη για την πρόκληση ύφεσης στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι επιστήμονες μίας νέας ανάλυσης εξέτασαν πάνω από 90 έρευνες σχετικά με τις επιδράσεις που έχουν διάφορες δίαιτες στους διαβητικούς ασθενείς. Όπως διαπίστωσαν από τα αποτελέσματά τους, αν και οι περισσότερες μελέτες υψηλής ποιότητας είχαν εξετάσει υποκατάστατα γεύματος, άλλες προσεγγίσεις (όπως για παράδειγμα οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες) ήταν εξίσου αποτελεσματικές.

Συγκεκριμένα, από τα δεδομένα της ανάλυσης παρατηρήθηκε ότι οι δίαιτες με υποκατάστατα γεύματος ήταν ικανές να προκαλέσουν ύφεση του διαβήτη στο 30% περίπου των ασθενών, ενώ οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες στο 20%. Οι ασθενείς που κατάφεραν να χάσουν αρκετό βάρος χρησιμοποιώντας μία από τις παραπάνω προσεγγίσεις, διατήρησαν τη νόσο σε ύφεση μέχρι και για 2 χρόνια, εφόσον δεν πήραν πάλι τα κιλά που έχασαν.

Τόσο οι δίαιτες με χαμηλές θερμίδες όσο και η Μεσογειακή δίαιτα κατάφεραν επίσης να επιτύχουν τους παραπάνω στόχους σε χαμηλότερα ποσοστά. Συγκεκριμένα, το 5% των ασθενών που έκαναν δίαιτα με χαμηλές θερμίδες και το 15% των ασθενών που είχαν κάνει Μεσογειακή δίαιτα κατάφεραν να διατηρήσουν τη νόσο σε ύφεση για 1 έτος.

Πώς Ορίζεται η Ύφεση;

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι επιστήμονες της ανάλυσης ήταν ο ορισμός του όρου «ύφεση» για το διαβήτη τύπου 2. Προφανώς ήταν σημαντικό να οριστεί σωστά ο παραπάνω όρος με σκοπό να διαπιστωθεί ποια δίαιτα είναι αυτή που μπορεί να επιτύχει καλύτερα το στόχο αυτό.

Ο ορισμός του όρου «ύφεση» ήταν σχετικά δύσκολος καθώς κάθε ομάδα επιστημόνων δίνει διαφορετικό ορισμό, επομένως θα έπρεπε να βρεθεί μία κοινή γραμμή. Οι περισσότερες έρευνες θεωρούν ως «ύφεση» τον περιορισμό των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα σε επίπεδα κάτω από αυτά που απαιτούνται για τη διάγνωση του διαβήτη. Ορισμένοι υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι αυτός ο ορισμός επαρκεί μόνο όταν ο στόχος επιτυγχάνεται χωρίς τη χορήγηση φαρμάκων. Άλλοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι προκειμένου να μιλάμε για ύφεση θα πρέπει να υπάρχει και σημαντική απώλεια βάρους.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες μπορεί να περιορίσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και να επανέλθουν εντός φυσιολογικών ορίων χωρίς να υπάρχει απώλεια βάρους. Αυτό συμβαίνει γιατί όταν καταναλώνουμε υδατάνθρακες, διασπώνται σε σάκχαρα, γεγονός που αυξάνει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Μία δίαιτα με χαμηλούς υδατάνθρακες, επομένως, συνεπάγεται μειωμένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Για τους παραπάνω λόγους, οι επιστήμονες της ανάλυσης αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν αρχικά τον ορισμό που είχε θέσει κάθε έρευνα για την ύφεση. Αργότερα, ωστόσο, αποφάσισαν ότι θα θεωρείται ως «ύφεση» ο περιορισμός των επιπέδων της γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα χωρίς φάρμακα για τουλάχιστον 6 μήνες.

Ύφεση ή Βελτίωση;

Αν και οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες μπορούν να οδηγήσουν σε ύφεση του διαβήτη, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να φτάσουν και πάλι παθολογικές τιμές όταν ξεκινήσει ξανά η κατανάλωση υδατανθράκων. Κατά συνέπεια, οι επιστήμονες της ανάλυσης υποστήριξαν ότι οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες βελτιώνουν τα συμπτώματα του διαβήτη, καθώς η νόσος υπάρχει ακόμα, απλώς έχουμε επιτύχει περιορισμό των συμπτωμάτων της. Όπως υποστήριξαν, προκειμένου να υπάρχει ύφεση θα πρέπει να απομακρυνθούν επαρκείς ποσότητες λίπους από τα όργανα, έτσι ώστε να ξεκινήσει και πάλι η παραγωγή της ινσουλίνης.

Ωστόσο, καθώς οι υδατάνθρακες αποτελούν σημαντική πηγή ενέργειας στη διατροφή μας, ο περιορισμός της κατανάλωσής τους συνοδεύεται συνήθως από μειωμένη κατανάλωση θερμίδων, γεγονός που οδηγεί σε απώλεια βάρους. Επομένως, αν κάποιος καταφέρει να διατηρήσει χαμηλή την κατανάλωση υδατανθράκων μακροπρόθεσμα, τότε θα καταφέρει να επιτύχει ύφεση του διαβήτη.

Σε κάθε περίπτωση, από τα δεδομένα της ανάλυσης οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να μειωθούν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα μέσω της διατροφής και σε ορισμένους ασθενείς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ύφεση της νόσου. Γενικότερα, το κοινό σημείο στις περισσότερες δίαιτες που εξετάστηκαν ήταν ότι προκειμένου να επιτευχθεί ύφεση, ο ασθενής θα πρέπει συνήθως να χάσει τουλάχιστον 10-15kg.

Ωστόσο, αν και η απώλεια βάρους φαίνεται να είναι ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης για την επιτυχία μίας δίαιτας, είναι προφανές ότι θα πρέπει να συνοδεύεται από περιορισμό του σπλαγχνικού λίπους στο ήπαρ και το πάγκρεας. Επιπλέον, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης, ο διαβήτης τύπου 2 εμφανίζεται σε διαφορετικό σωματικό βάρος σε κάθε εθνικότητα, επομένως οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν και αυτό τον παράγοντα.

Συνολικά, από τις παρατηρήσεις της ανάλυσης διαπιστώθηκε ότι δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί ύφεση του διαβήτη σε κάθε ασθενή. Οι άνδρες κάτω των 50 ετών που διαγνώστηκαν με διαβήτη εντός των τελευταίων 6 ετών έχουν αυξημένη πιθανότητα να επιτύχουν ύφεση με τις κατάλληλες παρεμβάσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ασθενείς αυτοί μπορούν να αντιμετωπίσουν τα αίτια του διαβήτη, επαναφέροντας έτσι την ικανότητα του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη και την ικανότητα του ήπατος να τη χρησιμοποιεί. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο στόχος αυτός είναι ουτοπικός για ασθενείς που δεν ανήκουν στην παραπάνω ομάδα.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν κάποιος δεν καταφέρει να θέσει το διαβήτη σε ύφεση, η μείωση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα μπορεί να περιορίσει αρκετές από τις αρνητικές επιδράσεις της νόσου, μειώνοντας παράλληλα τον κίνδυνο επιπλοκών.